Ποιοι έλληνες ποδοσφαιριστές παίζουν σε ξένα γήπεδα στην άκρη του κόσμου

Από τον 16χρονο Τάσο Δώνη στον κατά 20 χρόνια μεγαλύτερό του Γιώργο Καραγκούνη

Αν συνομιλήσει κανείς με διεθνείς ποδοσφαιριστές και ειδικότερα με εκείνους που αποτέλεσαν ενεργά μέλη στην πορεία της εθνικής ομάδας ως την επίτευξη του άθλου το καλοκαίρι του 2004 στα γήπεδα της Πορτογαλίας, θα εισπράξει την ακόλουθη διαπίστωση:

«Ήταν μια επιτυχία που εμείς οι Έλληνες την αφήσαμε να περάσει έτσι, σαν να μην έγινε. Τη διαχειριστήκαμε με τον χειρότερο δυνατό τρόπο».

Ως κέρδος από την κατάκτηση του Euro 2004 κρατούν τη διατήρηση της εθνικής συνοχής σε επίπεδο ομάδας αλλά και… παρέας! «Κάποτε η Εθνική ήταν ένα ξέφραγο αμπέλι, από το 2004 και μετά δεν επιτρέπουμε σε κανέναν να διαταράξει την ηρεμία της. Ανυπομονούμε να βρεθούμε σε αυτήν και το ζούμε με την καρδιά μας» τονίζει σχετικά ο διεθνής μέσος του ΠΑΟΚ Κώστας Κατσουράνης και καταλήγει στο επίμαχο συμπέρασμα: «Οι έλληνες παράγοντες δεν κατάλαβαν ποτέ τι πετύχαμε, ευτυχώς για εμάς όμως μας πήραν είδηση οι ξένοι και μας άνοιξαν τις πόρτες τους».

Και κάπως έτσι άρχισε να ξετυλίγεται το κουβάρι της μετανάστευσης των ελλήνων παικτών εις άγραν εργασίας σε κάθε ήπειρο. Από το Σίδνεϊ και το Σικάγο ως το Πουέρτο Ρίκο και το Αζερμπαϊτζάν, περίπου 140 έλληνες επαγγελματίες ποδοσφαιριστές βγάζουν το ψωμί τους στο εξωτερικό.

Αθλητές κάθε ηλικίας, καθώς από το 2004 και εντεύθεν οι ξένες αγορές άρχισαν να ασχολούνται όλο και περισσότερο με τα φθηνά ελληνικά εξαγώγιμα προϊόντα συνδυάζοντας έξυπνες αγορές με ποιοτικό αντίκρισμα.

Πλέον δεν διστάζουν να εμπιστευτούν όλες τις ηλικίες… Από τον 16χρονο Τάσο Δώνη που «άρπαξε» η Γιουβέντους μέσα από τις Ακαδημίες του Παναθηναϊκού ως τον κατά 20 χρόνια μεγαλύτερό του Γιώργο Καραγκούνη ο οποίος βγάζει ολόκληρα «90λεπτα» στην ασύλληπτης ταχύτητας Πρέμιερ Λιγκ με τη φανέλα της Φούλαμ διεκδικώντας πλέον συμβόλαιο και για την επόμενη σεζόν!

Περίπου όπως το λέει και το διαχρονικό τραγούδι του Νίκου Πορτοκάλογλου «ήμασταν πάντοτε παικτάρες, μα δεν αλλάζαμε μπαλιές». Όταν λοιπόν επιτεύχθηκε (και μάλιστα με ιδιαίτερα πειστικό τρόπο) η μυθική επιτυχία του 2004 μέσα από την ομαδικότητα και τον κοινό στόχο που σπανίως κατά το παρελθόν αποτελούσαν τους καθοδηγητές της εθνικής ομάδας, οι Έλληνες είδαν το μέλι και έσπευσαν να βουτήξουν τα δάχτυλά τους στο μέχρι πρότινος απαγορευμένο γλυκό.

Αντιλαμβανόμενοι ότι έχουν κερδίσει πόντους στη συνείδηση των ξένων και διαπιστώνοντας ότι οι πόρτες ανοίγουν πλέον πολύ πιο εύκολα συγκριτικά με το πρόσφατο παρελθόν, οι έλληνες ποδοσφαιριστές, ακόμα και εκείνοι που δεν συγκαταλέγονται στους υψηλής ποιότητας, άρχισαν να αναζητούν τους τρόπους διαφυγής από την ολοένα και πιο μίζερη αθλητική πραγματικότητα στη χώρα μας. Για πολλούς και διαφορετικούς λόγους.

Οι περισσότερο ταλαντούχοι και ικανοί (ασχέτως με το αν είναι εν ενεργεία διεθνείς ή όχι) άρχισαν να ασφυκτιούν στο ελληνικό πρωτάθλημα ενώ η κατάσταση έγινε χειρότερη από τη στιγμή που άρχισαν να λιγοστεύουν οι ομάδες με την ικανότητα να καλύπτουν τις φιλοδοξίες τους συνδυάζοντας επίσης και δυνατότητα για επαγγελματική σιγουριά (πλην του Ολυμπιακού και εσχάτως του ΠΑΟΚ, του Ατρόμητου και του Αστέρα Τρίπολης).

Παράλληλα αναζητούν ένα περιβάλλον πιο υγιές και λιγότερο αγχωτικό: πρωταθλήματα τα οποία διεξάγονται μπροστά σε γεμάτες εξέδρες από ομάδες και συλλόγους που διέπονται από ιδανική οργάνωση παρέχοντας όλες τις βασικές και αναγκαίες προϋποθέσεις για σωστή εργασία σε συνθήκες στήριξης και κατανόησης.

Ωστόσο ο σημαντικότερος παράγοντας για την απόφαση του ξενιτεμού, βάσει και της κατάστασης που επικρατεί πλέον στη συντριπτική πλειοψηφία των ομάδων της Α’ και της Β’ Εθνικής, είναι ο οικονομικός. Ειδικά για ποδοσφαιριστές οι οποίοι έχουν τα φόντα να σταθούν σε ομάδες της πρώτης δωδεκάδας της Σούπερ Λίγκας είναι σαφώς ευκολότερο να εξασφαλίσουν καλύτερες αποδοχές σε πρωταθλήματα-χρυσωρυχεία (όπως της Γερμανίας έστω και μικρότερων κατηγοριών και της Κύπρου) από το να ανακυκλώνονται στις ελληνικές ομάδες της Α’ Εθνικής.

Νίκος Καρέλης (Ρωσία – Αμκάρ Περμ) – «Ωραία ατμόσφαιρα στους -30 βαθμούς Kελσίου»

«Δεν ήταν δύσκολη η απόφασή μου να μετακομίσω στη Ρωσία για να παίξω με την Αμκάρ Περμ. Το περασμένο καλοκαίρι φεύγοντας από τον Εργοτέλη είχα προτάσεις από ομάδες όπως ο ΟΦΗ, ο Πανιώνιος, ο ΠΑΟΚ, ο Πλατανιάς και η Ξάνθη, που όμως δεν προχώρησαν.

Από τη στιγμή που δέχθηκα την κρούση από την Αμκάρ όλα πήραν τον δρόμο τους. Η πρόταση ήταν καλή οικονομικά, ενώ και η προοπτική να αγωνιστώ σε ένα τόσο ανταγωνιστικό πρωτάθλημα αποτέλεσε ένα επιπλέον κίνητρο. Η οργάνωση σε όλα τα επίπεδα είναι καταπληκτική και δεν συγκρίνεται με την Ελλάδα. Οι ομάδες παίζουν πάντοτε επιθετικά και ο κόσμος δημιουργεί ωραία ατμόσφαιρα ανεξάρτητα από τα αποτελέσματα.

Δεν υπάρχουν οι… ελληνικές αντιδράσεις. Δεν μετανιώνω στιγμή για την επιλογή μου. Μόνο οι πλαστικοί χλοοτάπητες και το κρύο που φτάνει ως και τους -30 (!) βαθμούς Κελσίου δυσκολεύουν την κατάσταση. Θεωρώ πάντως ότι η παρουσία μου στο ρωσικό πρωτάθλημα θα μου δώσει σημαντικά εφόδια για το μέλλον και μια ακόμη καλύτερη καριέρα».

Πάρις Πανταζόπουλος (Πουέρτο Ρίκο – Αϊλάντερς) – «Αξιόλογο πρωτάθλημα»

«Γεννήθηκα και έζησα στην Ελλάδα ως δέκα ετών, οπότε έφυγα με τους γονείς μου για το Σικάγο των ΗΠΑ. Επέστρεψα για να παίξω ποδόσφαιρο με τον Πόρο, τη Ζάκυνθο, την Κόρινθο και τον Ασπρόπυργο. Οι συνθήκες όμως δεν ήταν καλές, αφού δύσκολα έβρισκες ομάδα που θα ήταν τακτοποιημένη οικονομικά και θα πλήρωνε στην ώρα της.

Γι’ αυτό και δύσκολα θα επιστρέψω στα ελληνικά γήπεδα. Έπαιξε και αυτό ρόλο για να αρχίσω να ψάχνω κάτι καλύτερο στο εξωτερικό. Και έτσι προέκυψε η Σικάγο Φάιρ, στην πόλη όπου βρίσκονταν οι γονείς μου. Η εμπειρία στο MLS (αμερικανικό επαγγελματικό πρωτάθλημα) ήταν καταπληκτική και το επίπεδο υψηλό διότι είχες να αντιμετωπίσεις ποδοσφαιριστές παγκόσμιας κλάσης. Ήταν μια σπουδαία εμπειρία που με έκανε καλύτερο ποδοσφαιριστή.

Από εκεί με είδαν στο Πουέρτο Ρίκο και έτσι προέκυψαν οι Αϊλάντερς, όπου έπαιξα για έξι μήνες. Ήταν μια εξίσου καλή εμπειρία. Το επίπεδο του ποδοσφαίρου και του πρωταθλήματος στο Πουέρτο Ρίκο είναι αξιόλογο, ενώ γίνεται ολοένα πιο δημοφιλές με καινούργιες ομάδες όπως οι Νιου Γιορκ Κόσμος».

Ηλίας Κυριακίδης (Βουλγαρία – ΤΣΣΚΑ Σόφιας) – «Μέσω Βουλγαρίας στο Γιουρόπα Λιγκ»

«Αυτό που κυρίως με ώθησε να αγωνιστώ στο βουλγαρικό πρωτάθλημα ήταν η πρόκληση να συμμετάσχω στο Γιουρόπα Λιγκ. Ως παίκτης είχα αγωνιστεί με την ΑΕΚ και τη Λάρισα, αντιστοίχως, στο Τσάμπιονς Λιγκ και το Κύπελλο UEFA και ήθελα να παίξω και στο Γιουρόπα, δυνατότητα που μου έδωσε το περασμένο καλοκαίρι η Λοκομοτίβ Πλόβντιβ.

Πλέον είμαι ποδοσφαιριστής της ΤΣΣΚΑ Σόφιας, μιας ομάδας που στη Βουλγαρία είναι κάτι σαν τον Ολυμπιακό ή τον Παναθηναϊκό για την Ελλάδα. Θεωρώ ότι αν δεν κατορθώσεις να βρεθείς σε ένα από τα μεγάλα ευρωπαϊκά πρωταθλήματα ή σε χώρες με ποδοσφαιρική κουλτούρα, παίζοντας επί παραδείγματι ακόμη και σε μικρότερες κατηγορίες της Αγγλίας, είναι σημαντικό να αγωνιστείς σε μια μεγάλη ομάδα.

Και η ΤΣΣΚΑ είναι ένας σύλλογος που παίζει πρωταγωνιστικό ρόλο στο εθνικό πρωτάθλημα και που έχει πολύ κόσμο στο πλευρό του. Δεν μπορώ να πω με βεβαιότητα αν θα επέστρεφα στην Ελλάδα άμεσα. Δεν είναι σωστό πάντως να απαξιώνουμε το ελληνικό ποδόσφαιρο, όσο δύσκολες κι αν είναι οι συνθήκες κάτω από τις οποίες διεξάγεται πλέον. Οι παιδικοί μας ήρωες προέρχονται από τα ελληνικά γήπεδα. Επίσης αυτό το ποδόσφαιρο μας έχει δώσει ψωμί και πρέπει να το σεβόμαστε».

Παναγιώτης Αχείμαστος (Τσεχία – Ζενίτ Τσάσλαβ) – «Ευχαριστιέσαι ποδόσφαιρο»

«Όταν δέχθηκα την πρόταση από τη Ζενίτ, αρχικά ήμουν επιφυλακτικός. Επιθυμούσα να αγωνιστώ στο εξωτερικό αλλά ήθελα να δω και τις συνθήκες που επικρατούσαν στην ομάδα, διότι στην Ελλάδα έχουν δει πολλά τα μάτια μας. Πήγα λοιπόν στην Τσεχία και διαπίστωσα ότι υπάρχει καταπληκτική οργάνωση σε όλα τα επίπεδα.

Η ομάδα, αν και αγωνίζεται στη δεύτερη κατηγορία, διαθέτει εξαιρετικές αθλητικές εγκαταστάσεις, εστιατόριο και ανέσεις που θα ζήλευαν ακόμη και σύλλογοι της Σούπερ Λίγκας.

Ο πρόεδρος της Ζενίτ είναι Έλληνας, εμπιστεύεται τους έλληνες ποδοσφαιριστές και γι’ αυτό έχουμε δημιουργήσει μια παροικία με εφτά παίκτες από τη χώρα μας. Το είδα ως μια καλή ευκαιρία σε συνδυασμό με όσα συμβαίνουν στην Ελλάδα, όπου η κατάσταση πλέον είναι δύσκολη.

Πέρα από τις συνθήκες και το επίπεδο του ποδοσφαίρου, εδώ ξέρεις ότι θα πάρεις τα δεδουλευμένα στην ώρα τους. Παράλληλα, ευχαριστιέσαι το ποδόσφαιρο. Γι’ αυτό και ελπίζω να αργήσω να επιστρέψω στα ελληνικά γήπεδα. Θέλω να συνεχίσω να αγωνίζομαι στο εξωτερικό όσο το δυνατόν περισσότερο».

Οι κατηγορίες των ξενιτεμένων

Οι πρώτες φίρμες, οι νέοι και οι «κυνηγοί» ευρώ

Οι πρωτοκλασάτοι:

Δεν υπάρχει πλέον κάτι να τους κρατάει εδώ. Διαπιστώνοντας την οικονομική εξασφάλιση αλλά και την ατομική βελτίωση όλων όσοι άνοιξαν τους ποδοσφαιρικούς ορίζοντές τους, οι ιδιαιτέρως ταλαντούχοι δεν έχουν πλέον ενδοιασμό στο να ανοίξουν τα φτερά τους (με τελευταία περίπτωση αυτή του Βασίλη Τοροσίδη ο οποίος πήρε μεταγραφή στη Ρόμα). Πώς θα μπορούσε να χωρέσει το ελληνικό πρωτάθλημα με τη σημερινή υπόστασή του κάποιους εκ των Παπασταθόπουλου, Κυριάκου Παπαδόπουλου, Σαμαρά ή Γκέκα;

Ακόμη και ο 33χρονος Σωτήρης Κυργιάκος, αν και παροπλισμένος στη γερμανική Βόλφσμπουργκ, ούτε που σκέφτεται το ενδεχόμενο της επιστροφής. Ασφαλώς στην παγίωση αυτής της κατάστασης συνέτειναν η τραγική οικονομική κατάσταση που βιώνουν η ΑΕΚ και ο Παναθηναϊκός, παραδοσιακά «καταφύγια» αρκετών εκ των κορυφαίων ελλήνων παικτών.

Οι ταλαντούχοι κάτω των 20:

Η γερμανική Σάλκε έδειξε τον δρόμο που ήδη ακολουθούν και άλλες ευρωπαϊκές ομάδες παρακολουθώντας περιπτώσεις νεαρών ελλήνων ποδοσφαιριστών οι οποίοι δεν παίρνουν τις ευκαιρίες που θα έπρεπε από τις ομάδες της Σούπερ λίγκας ακόμη και στη μίζερη κατάσταση στην οποία βρίσκονται. Ο Κ. Παπαδόπουλος πήρε μεταγραφή για τη γερμανική ομάδα σε ηλικία 17 ετών και έγινε αμέσως βασικός αγωνιζόμενος σε ένα από τα πλέον απαιτητικά πρωταθλήματα του κόσμου, αυτό της Μπουντσελίγκα. Ο δε Κώστας Φορτούνης έγινε απαραίτητος στην Καϊζερσλάουτερν από τα 19 του!

Διπλό χτύπημα πραγματοποίησε μέσα στο 2012 η ιταλική Γιουβέντους αποκτώντας τον 17χρονο αμυντικό μέσο Αλμπερτ Ρούσσο από τον Διαγόρα Ρόδου και τον 16χρονο χαφ-εξτρέμ Τάσο Δώνη (υιό του προπονητή του ΠΑΟΚ κ. Γιώργου Δώνη) από τον Παναθηναϊκό. Ως το καλοκαίρι δε στην ΑΕΚ περιμένουν επίσημη πρόταση από αγγλικό σύλλογο για την πώληση του 17χρονου Ταξιάρχη Φούντα ο οποίος έχει μονιμοποιηθεί στην ενδεκάδα της Ενωσης ως δεύτερος επιθετικός.

Οι κυνηγοί του καλού συμβολαίου:

Το ποσό των 250.000 ευρώ (δίχως να περιλαμβάνονται σε αυτό τα επιμέρους ατομικά μπόνους στόχων!) εξασφάλισε ο Δημήτρης Σιαλμάς στην Μπακού από το Αζερμπαϊτζάν όπου συνεχίζει την καριέρα του. Στην ΑΕΚ ονειρευόταν να κάνει καριέρα από μικρό παιδί, ωστόσο η οικονομική αφερεγγυότητα της κιτρινόμαυρης διοίκησης τον εξώθησε στη φυγή.

Κάπως έτσι το σκέφτηκαν και ο Παναγιώτης Λαγός που πλέον θα αγωνίζεται στην Ουκρανία, οι Παντελής Καπετάνος και Ηλίας Κυριακίδης που βρήκαν στέγη στη Ρουμανία και οι τόσοι και τόσοι έλληνες ποδοσφαιριστές που ακόμη και σε προχωρημένη ηλικία βρίσκουν πλουσιοπάροχα συμβόλαια, όπως για παράδειγμα ο 35χρονος Γιάννης Σκοπελίτης στην κυπριακή Ανόρθωση.

Οι ομογενείς:

Είναι πιο εύκολο για εκείνους να ασχοληθούν με το ποδόσφαιρο στο εξωτερικό ακριβώς επειδή είναι Ελληνες δεύτερης ή τρίτης γενιάς που γεννήθηκαν εκεί όπου σήμερα αγωνίζονται. Είναι αρκετές περιπτώσεις, όπως αυτή του κεντρικού αμυντικού της Ασιρίσκα (όπου αγωνίζεται ως δανεικός από την ΑΙΚ Στοκχόλμης) Σωτήρη Παπαγιαννόπουλο ο οποίος προσφάτως απασχόλησε την ΑΕΚ αλλά η μεταγραφή του δεν εγκρίθηκε από τον προπονητή της ομάδας κ. Εβαλντ Λίνεν.

Πηγή: tovima.gr

Σχόλια