O ρόλος της Διατροφής στην Απόδοση των Ποδοσφαιριστών

Συνεύντευξη με την Ελένη Αυλωνίτου, PhD

Κα. Αυλωνίτου πόσο σημαντικός παράγων είναι η διατροφή στις επιδόσεις ενός αθλητού;
Είμαι σίγουρη ότι θα έχετε ακούσει ότι για να διακριθεί ένας αθλητής πρέπει να έχει επιλέξει τους γονείς του. Εκτός όμως από τα κληρονομικά γνωρίσματα υπάρχουν και άλλοι παράγοντες που παίζουν ρόλο, τόσο στο κτίσιμο ενός αθλητή, όσο και στην απόδοσή του σε έναν συγκεκριμένο αγώνα. Ένας από τους πιο σημαντικούς παράγοντες είναι η διατροφή. Όποιος ασχολείται με τον αγωνιστικό αθλητισμό, ιδιαίτερα δε τον επαγγελματικό αθλητισμό, όπως το ποδόσφαιρο και το μπάσκετ, όπου ο ένας αγώνας διαδέχεται σύντομα τον επόμενο, χρειάζεται μία ειδική διατροφή τόσο ποσοτική όσο και ποιοτική, προκειμένου να προσφέρει στους μυς του τα σωστά καύσιμα.

Πως μπορούμε να καταλάβουμε τι διατροφή πρέπει να ακολουθήσει ένας αθλητής για να βελτιώσει την απόδοσή του;
Το είδος της άσκησης καθορίζει και το είδος της ειδικής δίαιτας που πρέπει να καταναλώνει ο αθλητής. Σε περίπτωση, για παράδειγμα όπου η απαιτούμενη δύναμη είναι πολύ υψηλής ισχύος, η επιλεγμένη κατανάλωση υδατανθράκων σε συγκεκριμένο χρόνο, σε ποσότητα και σε είδος (απλοί ή σύνθετοι, υγρά ή στερεά μορφή) είναι πολύ σημαντική. Αν μειώνεται η απαιτούμενη δύναμη και αυξάνει η αντίσταση, τα λίπη παίζουν μεγαλύτερο ρόλο στη παροχή ενέργειας. Οι πρωτεΐνες, αν και σημαντικές στη μυϊκή προσπάθεια προσφέρουν ένα μέτριο ποσοστό ενέργειας, σε περίπτωση δε που σε μία πολύωρη εξαντλητική προσπάθεια, όπως σε έναν ποδοσφαιρικό αγώνα με παρατάσεις, προκληθεί κατανάλωσή τους πρέπει να αποκατασταθούν το ταχύτερον, καθώς αποτελούν τα δομικά μας χαρακτηριστικά.

Το ποδόσφαιρο σε ποια κατηγορία αθλημάτων θα το εντάσσατε, από φυσιολογικής άποψης;
Το ποδόσφαιρο είναι ένα μεικτό άθλημα από φυσιολογικής πλευράς, όπου συνδυάζει επαναλαμβανόμενα μέγιστα “sprints” με ενδιάμεσο τρέξιμο μέτριας έντασης. Ο μέσος όρος για ένα “sprint” είναι 4.4 sec και 28 sec για αποκατάσταση ενώ σ’ ένα παιχνίδι ένας παίκτης επιταχύνει 40 – 62 φορές. Συνολικά σ’ ένα παιχνίδι καλύπτονται κατά μέσο όρο 10 – 11 km και πολλές φορές αυτό συμβαίνει σε καιρικές συνθήκες μεγάλης ζέστης. Αποτελεί ενδιαφέρον, ότι η κύρια διαφορά που χαρακτηρίζει τους παίκτες διαφορετικού επιπέδου δεν είναι η συνολική καλυπτόμενη απόσταση κατά τη διάρκεια του παιχνιδιού, αλλά το ποσοστό της συνολικής απόστασης που καλύπτεται με γρήγορη ταχύτητα, καθώς και οι απόλυτες τιμές της μέγιστης ταχύτητας που αναπτύσσει ένας παίκτης κατά τη διάρκεια του παιχνιδιού. Συγχρόνως, απαιτείται διανοητική λειτουργία και συγχρονισμός των κινήσεων στη δεξιοτεχνία του ελέγχου της μπάλας και ακρίβεια της πάσας κάτω από τη πίεση του αντιπάλου και την κίνηση του συμπαίκτη. Με αυτά τα δεδομένα το ποδόσφαιρο μπορεί να χαρακτηρισθεί επαναλαμβανόμενη άσκηση υψηλής έντασης και όσο πιο υψηλό είναι το επίπεδο της ομάδας τόσο η ένταση είναι υψηλότερη. Δηλαδή έχουμε μεγαλύτερα διαστήματα “sprinting” και υψηλότερη μέγιστη ταχύτητα που αναπτύσσεται όταν διανύονται αυτά τα διαστήματα.

Κα. Αυλωνίτου με αυτά τα φυσιολογικά δεδομένα για το ποδόσφαιρο, πρακτικά σε τι συνίστανται τα χαρακτηριστικά της ειδικής ποδοσφαιρικής διατροφής;
Στα ενεργειακά αποθέματα των υδατανθράκων. Οι υδατάνθρακες αποθηκεύονται στον οργανισμό με τη μορφή του γλυκογόνου. Το συνολικό αποθεματικό του σώματος σε γλυκογόνο ανέρχεται σε 500 – 600 grams εκ των οποίων περίπου τα 500 gr είναι αποθηκευμένα στους μυς ή 16 gr ανά κιλό μυϊκού ιστού και το υπόλοιπο στο ήπαρ. Έτσι εάν υποθέσουμε ότι τα 40% του ανθρωπίνου σώματος είναι μυϊκός ιστός για έναν αθλητή 70 kg αυτό ισοδυναμεί με 30 κιλά μυϊκού ιστού ή 480 (30χ16) gr μυϊκού γλυκογόνου. Πρακτικά λοιπόν, η ικανότητα του οργανισμού για αγωνιστική παρατεταμένη μυϊκή προσπάθεια εξαρτάται από τη συνεχή παρουσία της γλυκόζης που παρέχεται στους ασκούμενους μυς από: 1) το μυϊκό γλυκογόνο 2) το ηπατικό γλυκογόνο 3) τη επανασύνθεση του γλυκογόνου στο ήπαρ από τα μεταβολικά προϊόντα και 4) τη παροχή υδατανθρακούχων υγρών κατά τη διάρκεια του αγώνα.

Πόσο δηλαδή μπορεί να διαρκέσουν αυτά τα αποθέματα;
Έχει δειχθεί ότι τα αποθέματα μυϊκού γλυκογόνου αδειάζουν μετά από 90 λεπτά αγώνα. Επιπλέον οι παίκτες με το χαμηλό γλυκογόνο στο πρώτο ημίχρονο έχουν το χαμηλότερο μέσο όρο ταχύτητας και καλύπτουν μικρότερη απόσταση στο δεύτερο ημίχρονο. Εδώ μιλάμε μόνο για τα μυϊκά αποθέματα σε (γαστροκνήμιο, τετρακέφαλο), αφού το γλυκογόνο των άνω άκρων δεν μπορεί να πάει στα κάτω άκρα. Ως εκ τούτου, το μυϊκό γλυκογόνο αιχμαλωτίζεται στα μυϊκά κύτταρα που είναι αποθηκευμένο και μπορεί να χρησιμοποιηθεί αποκλειστικά και μόνο από αυτά. Δεν είναι καθόλου τυχαίο αυτό που έχουμε δει πολλές φορές τα τελευταία λεπτά ενός αγώνα, έναν κατάκοπο αθλητή, εγώ θα έλεγα έναν υπογλυκαιμικό ποδοσφαιριστή, να σουτάρει τρέχοντας μόνος του, με τον τερματοφύλακα μόνον μπροστά από το τέρμα και να αστοχεί.

Μπορεί να συμβεί αυτό σε έναν έμπειρο και γυμνασμένο αθλητή;
Ένας καλά προπονημένος ποδοσφαιριστής έχει μεγαλύτερη ευχέρεια από έναν λιγότερο προπονημένο να αποτρέπει αυτή τη δυσάρεστη κατάσταση γιατί τα μυϊκά του κύτταρα έχουν μάθει να χρησιμοποιούν μέρος των εφεδρικών λιπών, εξοικονομώντας γλυκόζη. Πέραν τούτου όμως, οι συνεχόμενες προπονήσεις και αγώνες δεν επιτρέπουν στον οργανισμό να αναπληρώνει τα αποθέματα γλυκογόνου, όχι μόνον γιατί ο χρόνος είναι σύντομος, αλλά πολλές φορές η διατροφή που συνήθως ακολουθεί ο αθλητής δεν τον βοηθάει. Οι ατομικές διαφορές στο ποσοστό εκκένωσης του μυϊκού γλυκογόνου οφείλονται πρωταρχικά στα αρχικά αποθέματα σε μυϊκό γλυκογόνο του κάθε αθλητή. Εάν τα αρχικά επίπεδα του μυϊκού γλυκογόνου είναι χαμηλά, γρήγορα θα εξαντληθούν και τα αποθέματα του ηπατικού γλυκογόνου, με αποτέλεσμα τη μείωση της γλυκόζης του αίματος (υπογλυκαιμία).

Ποιες είναι οι εμφανείς συνέπειες μίας τέτοιας κατάστασης στον αγώνα;
Τιμές σακχάρου από 70-100 mg/100ml μπορεί να φθάσουν στο επίπεδο των 40-50 mg/100ml με δραματικές συνέπειες, ιδιαίτερα εμφανείς στο δεύτερο ημίχρονο. Θα έχουμε δηλαδή μείωση της συνολικής αερόβιας αντοχής (μικρότερη καλυπτόμενη απόσταση) και μείωση της αναερόβιας αντοχής (χαμηλότερη ταχύτητα σε μικρότερο διάστημα), όσο και πρόβλημα στην εγκεφαλική λειτουργία, με αποτέλεσμα μείωση στη δεξιοτεχνία με τη έπαλλα και συνολική αστοχία. Ο συναγωνισμός μεταξύ μυϊκού και νευρικού ιστού για

Σχόλια