ΜΑΝΑΤΖΕΡ-ΠΡΟΠΟΝΗΤΕΣ ΚΑΙ ΓΟΝΕΙΣ ΣΤΟ ΠΑΙΔΙΚΟ ΠΟΔΟΣΦΑΙΡΟ

Είναι σε όλους γνωστό ότι στο χώρο του ποδοσφαίρου ο ρόλος των διαμεσολαβητών μεταξύ ποδοσφαιριστών και ομάδων είναι σημαντικός. Διαμεσολαβητές, είναι οι γνωστοί μάνατζερ. Παλιά, τους διαμεσολαβητές ο λαός τους έλεγε αλλιώς, με μια έκφραση καθόλου κολακευτική.

Φαίνεται ότι στο παρελθόν ένας διάσημος διαμεσολαβητής, όχι βέβαια στο χώρο του ποδοσφαίρου αλλά της πολιτικής, ήταν από τη Κορώνη. Ο λαός μας αναφερόμενος στις πελατειακές σχέσεις χρησιμοποιεί ακόμα την έκφραση «έχει ΜΠΑΡΜΠΑ στη Κορώνη».

Τα τελευταία χρόνια γονείς παιδιών που ασχολούνται με το ποδόσφαιρο ακούγοντας τα χρηματικά ποσά που διακινούνται στο «επαγγελματικό» αλλά και «ερασιτεχνικό» ποδόσφαιρο, άρχισαν να ονειρεύονται την πιθανότητα το παιδί τους να έχει οικονομικό όφελος «να σωθεί» από την ενασχόλησή του με το ποδόσφαιρο.

Σε συνθήκες απαξίωσης των σπουδών, αύξησης της ανεργίας και ιδίως με την οικονομική κρίση που μαστίζει την χώρα μας η «αποκατάσταση» του παιδιού μέσα από το ποδόσφαιρο αρχίζει να είναι για τους γονείς ένα σοβαρά συζητήσιμο ενδεχόμενο.

Τα παραπάνω σε συνδυασμό με την Ελληνική αντίληψη και λογική, (που δυστυχώς στο ποδόσφαιρο ισχύει) ότι για να καταφέρεις κάτι χρειάζεται σπρώξιμο, χρειάζονται οι σωστές γνωριμίες, η σωστή επαφή, ο άνθρωπος που έχει τις άκρες και που θα πει μια καλή κουβέντα εκεί που πρέπει, με λίγα λόγια ένας ΜΠΑΡΜΠΑΣ και ας μην είναι από τη Κορώνη.

Έτσι κάποιοι γονείς που έχουν παιδιά καλούς ποδοσφαιριστές αρχίζουν «να την ψάχνουν». Να ψάχνουν τον δρόμο της «σωτηρίας», να προσδοκούν. Όταν υπάρξουν οι κατάλληλες συνθήκες και φθάσουν στο σημείο, να ψάχνουν πως θα υλοποιηθεί η επιθυμία τους, τότε έχουν μετατραπεί σε κατάλληλους πελάτες. Πελάτες που όπως σχεδόν πάντα, νομίζουν ότι διαλέγουν αλλά στη πραγματικότητα τους διαλέγουν οι ποιο μάγκες απ’ αυτούς.

Γιατί σε αυτό το σημείο, που ο γονιός είναι πλέον ο πρόθυμος «πελάτης που ψάχνει» γίνεται εύκολα μεζές του επαγγελματία μάνατζερ που και αυτός τον ψάχνει. Του μάνατζερ-μεσσία που επαγγέλλεται ότι θα ανοίξει στο παιδί του το δρόμο προς τον «επίγειο παράδεισο» του κόσμου του ποδοσφαίρου.

Μορφές μεσσιανισμού όσο και αν μοιάζει περίεργο είναι διαδεδομένες ακόμα στην εποχή μας. Η δυσκολία συνοχής των συλλογικοτήτων, των κοινοτήτων, των τοπικών και άλλων ταυτοτήτων η δυσκολία του να εντάσσομαι κάπου, η οικονομική ανασφάλεια ευνοεί το «όπου φυσάει ο άνεμος».

Η ευθυγράμμιση, το δέσιμο στο άρμα του μεσσία είναι πια εύκολη. Τον μεσσία τον ακολουθείς τυφλά. Μερικές φορές η τύφλα είναι τόση ώστε ο γονιός ανέχεται ο προπονητής-μάνατζερ που διακινεί ποδοσφαιριστές από ομάδα σε ομάδα να αμείβεται με «το κεφάλι». Ανέχεται στην πορεία για τον «παράδεισο του ποδοσφαίρου» το παιδί του, να υπολογίζεται ως ένα από το «κεφάλι» που μαζί με τα άλλα αυξάνει τη αμοιβή του μάνατζερ στην συναλλαγή του με την ομάδα προορισμού.

Οι κατ’ επάγγελμα προπονητές-μάνατζερ, διακινητές νεαρών ποδοσφαιριστών έχουν σχετικά εύκολο πεδίο δράσης γιατί στα περισσότερα ερασιτεχνικά σωμάτια οι ερασιτέχνες παράγοντες βλέπουν τα πράγματα πιο ρομαντικά. Έτσι αφελώς, πείθονται π.χ. από τον γάτο προπονητή μάνατζερ να μην κάνουν δελτίο στα παιδιά «γιατί είναι ακόμα νωρίς».

Αυτές οι ομορφιές και άλλες πολλές υπάρχουν και ίσως κυριαρχούν στο ποδόσφαιρο. Το σύστημα και οι άνθρωποί του εκπαιδεύουν από μικρούς τους νέους ποδοσφαιριστές σε ορισμένου τύπου συμπεριφορές. Με αυτή την έννοια δικαίως αυτοπροσδιορίζονται «παιδαγωγοί».

Ο νεαρός ποδοσφαιριστής όταν βλέπει έναν ποδοσφαιριστή της αγαπημένης του ομάδας, του οποίου φοράει με καμάρι τη φανέλα, να παίρνει μεταγραφή σε μία άλλη για δύο φράγκα παραπάνω στεναχωριέται και αναρωτιέται για το πώς αυτό είναι δυνατόν. Και όμως ο ίδιος ο πιτσιρικάς εκπαιδεύεται από τον μπαμπά-μεζέ και τους «παιδαγωγούς του ποδοσφαίρου» να κάνει και αυτός κάποια στιγμή ακριβώς το ίδιο. Η φανέλα της ομάδας που έχει ιδρώσει να μετατρέπεται σε ένα τίποτα.

Είναι ενδιαφέρον ότι οι προπονητές-μάνατζερ αυτοπαρουσιάζονται πρώτα απ’ όλα σαν μεγάλοι παιδαγωγοί. Εύκολο βεβαίως να το καταφέρουν αφού ο γονιός ενώ ούτε που τον νοιάζει ποιος είναι και τι αξίζει ο δάσκαλος ή ο μαθηματικός στο σχολείο, ενδιαφέρεται πολύ αν είναι καλός ο προπονητής ποδοσφαίρου του παιδιού του.

Μπορεί να τελειώσει η σχολική χρονιά και ο πατέρας να μην έχει δει ποτέ το δάσκαλο του παιδιού του, να μην γνωρίζει τη δουλειά του. Αντιθέτως παρακολουθεί τη δουλειά του προπονητή. Νομίζει ότι έχει γνώμη, και κρέμεται από τα χείλη του μεγάλου παιδαγωγού. Είναι η κλασική περίπτωση του μπαμπά-μεζέ, του μπαμπά εν δυνάμει πελάτη. Ποτέ γονιός δεν διαμαρτυρήθηκε στον διευθυντή του σχολείου, γιατί έφυγε ο καλός μαθηματικός η φιλόλογος και ποτέ δεν ακολούθησε με το παιδί του τον μαθηματικό η το δάσκαλο στο νέο του σχολείο! Γιατί άραγε;

Ευτυχώς οι περισσότεροι γονείς αλλά και πάρα πολλοί άνθρωποι του ποδοσφαίρου δεν συμπεριφέρονται έτσι. Τα παιδιά μαθαίνουν μπάλα, παίζουν διασκεδάζουν δίχως να είναι εργαλείο κανενός.

Ο Μπογιόπουλος στο καταπληκτικό βιβλίο του, χαρακτηρίζει το ποδόσφαιρο σαν «θρησκεία χωρίς απίστους». Μια θρησκεία με πολλούς γυρολόγους επαγγελματίες μεσσίες. Γιατί ιδίως σε συνθήκες ένδειας υλικών και πνευματικών αγαθών το ποδόσφαιρο, αυτή «η θρησκεία χωρίς απίστους», θα είναι πάντα για κάποιους «ένας δρόμος για τον επίγειο παράδεισο». Δρόμος που σε κάνει βέβαια να έχεις ανάγκη από τον προσωπικό σου μεσσία. Ένα ΜΠΑΡΜΠΑ και ας μην είναι από τη Κορώνη.

Φιλικά από την Αρετή Νικηφόρου η ανάρτηση του άρθρου του Πάνου Αντωνίου

Σχόλια