Γιατί μπαμπά η Λίβερπουλ βγάζει παικταράδες;

Είναι απλώς ένα παιδί από το Λίβερπουλ. Αλλά από την άλλη δεν είναι απλώς ένα παιδί από το Λίβερπουλ, μα ο κορυφαίος δεξιός μπακ στον κόσμο. Ο Τρεντ Αλεξάντερ-Άρνολντ είναι κάτι το εξωπραγματικό, μα συνάμα το παιδί της διπλανής πόρτας.

Όλες οι απαντήσεις είναι εδώ. Ό,τι κι αν λέει, ό,τι κι αν γράφει, ό,τι κι αν αναλύει ένας εξωτερικός παρατηρητής, ένας δημοσιογράφος, ένας αρθρογράφος η αλήθεια βρίσκεται πάντα στα χείλη αυτών που την ζουν από μέσα.

Όλες οι απαντήσεις είναι εδώ. Διά στόματος Τρεντ Αλεξάντερ-Άρνολντ. Τα πάντα είναι εδώ. Τι σημαίνει φανέλα, παράδοση, σεβασμός, κουλτούρα, φιλοσοφία. Τι σημαίνει ακαδημίες, πλάνο, συνέπεια. Τι σημαίνει αφοσίωση, θυσίες, προσήλωση.

Υπάρχουν πολλοί και συγκεκριμένοι λόγοι που η Λίβερπουλ παράγει από μόνη της παίκτες κορυφαίου επιπέδου τύπου Τρεντ Αλεξάντερ-Άρνολντ.

Υπάρχουν πολλοί και συγκεκριμένοι λόγοι που ο 21χρονος πιτσιρικάς θαύμα (17 ασίστ αν και δεξιός μπακ μέσα στο 2019 για όνομα του Θεού και της Παναγίας!) είναι αυτό που είναι.

Όλα είναι εδώ. Σε ένα κείμενο που έγραψε ο ίδιος αυτό το καλοκαίρι στο (υπέροχο) Players Tribune. Το διαβάζεις και όλες οι απορίες λύνονται διά μαγείας…

«Ξέρετε αυτό που λένε πως όταν περιμένεις πολύ ώρα ένα λεωφορείο συνήθως σκάνε δύο μαζί; Αυτό συμβαίνει πολύ συχνά στους περισσότερους ανθρώπους, αλλά στην δική μου περίπτωση δεν ήταν ακριβώς έτσι.

Έπρεπε να περιμένω 14 χρόνια για αυτό το δεύτερο λεωφορείο. Κι όταν επιτέλους ήρθε, τότε κατάφερα να ανέβω σε αυτό. Το περίεργο είναι πως όταν το έκανα, είχα περασμένο στον λαιμό μου ένα μετάλλιο νικητή του Champions League και έκανα παρέλαση με το σημαντικότερο τρόπαιο στο ποδόσφαιρο κοντά στους δρόμους της γειτονιάς που μεγάλωσα στο Λίβερπουλ!

Η λέξη «σουρεάλ» πιθανότατα δεν απεικονίζει αυτό που συνέβαινε. Ούτε η λέξη «μαγεία». Λατρεύω το διάβασμα αλλά δεν είμαι σίγουρος ότι έχω βρει ποτέ τις κατάλληλες λέξεις για να περιγράψω τι αισθανόμουν στην οροφή εκείνου του λεωφορείου.

Δεν ήταν η πρώτη φορά που έβλεπα παρέλαση για την κατάκτηση του Champions League στην γενέτειρα μου. Πίσω στο 2005, θυμάμαι ότι περίμενα έξω από το πλατύσκαλο του σπιτιού -μου φάνηκε ότι ήταν μία αιωνιότητα- για να περάσει το λεωφορείο και πραγματικά ανατρίχιασα όταν κάποιος από πίσω μου φώναξε: «Έρχονται». Αισθάνθηκα μία ανατριχίλα όταν ο Στίβεν Τζέραρντ και οι υπόλοιποι παίκτες πέρασαν μπροστά μας με αυτό το τρόπαιο -αυτό που χαρακτηρίζει τον σύλλογό μας.

Ήμουν μόλις 6 ετών τότε, αλλά ήμουν αρκετά μεγάλος για να ξέρω τι θέλω να γίνω όταν μεγαλώσω. Ήθελα να γίνω παίκτης της Λίβερπου. Ήθελα να βρίσκομαι σε ένα από αυτά τα λεωφορεία. Εντάξει δεν ήθελα και κάτι πρωτότυπο. Τα  περισσότερα παιδιά στο σχολείο ονειρεύονταν ακριβώς το ίδιο πράγμα. Τα περισσότερα παιδιά σε όλη την πόλη ήθελαν ακριβώς το ίδιο πράγμα.

Στην περίπτωση μου, μου έγινε κάτι σαν αρρώστια. Μία καλή αρρώστια. Δεν ξέρω πως λέγεται ιατρικά, αλλά ένιωθα πως  έτρεχε στις φλέβες μου. Μου είχε γίνει κάτι σαν έμμονη ιδέα.

Πάντα ήμουν πολύ σοβαρός σε ότι αφορά τις φιλοδοξίες μου, είχα μονίμως κίνητρο. Μεγάλωσα μαζί με την μαμά, τον μπαμπά και τα δύο μου αδέρφια, τον Τάιλερ και τον Μαρσέλ σε ένα τριάρι στο Μέλγουντ, δίπλα στο προπονητικό κέντρο της ομάδας. Εκείνη την εποχή, τα αδέρφια μου κι εγώ τσακωνόμασταν όλη την ώρα, όμως είχαμε πάντα κάτι κοινό που μας ένωνε: την Λίβερπουλ.

Εγώ και τα αδέρφια μου ήμασταν εκεί, σε καθημερινή βάση μία ανάσα από τους ήρωες μας. Προσπαθούσαμε να σκαρφαλώσουμε τον φράχτη, να ανέβουμε πάνω σε βαρέλια για να καταφέρουμε να κλέψουμε μία εικόνα τους από την προπόνηση, πριν προσπαθήσουμε να τους υποδυθούμε στην αυλή του σπιτιού μας.

Για να είμαι ειλικρινής δεν είχαμε άλλα χόμπι. Πιθανότατα είναι κακό που το λέω, αλλά είναι αλήθεια. Ήμασταν κολλημένοι 24 ώρες το 24ωρο, 7 μέρες την εβδομάδα. Η μαμά μου είχε έναν κανόνα που έλεγε ότι μπορούσαμε να παίζουμε όπου θέλαμε, όμως έπρεπε υποχρεωτικά να ήμασταν με το οπτικό της πεδίο. Επομένως οι επιλογές ήταν είτε η αυλή του σπιτιού είτε ένα πάρκο που βρισκόταν ακριβώς απέναντι. Παρόλα αυτά πολλές φορές μας έχανε διότι εμείς γυρίζαμε γύρω – γύρω στην αυλή του σπιτιού, κυνηγώντας μία αυτοσχέδια μπάλα που ήταν άλλοτε φτιαγμένη από αλουμινόχαρτο κι άλλοτε από κουλουριασμένες κάλτσες.

Συνηθίζαμε να την κάνουμε έξαλλη. Κάντε το λίγο εικόνα. Εκείνη να προσπαθεί να μαγειρέψει δείπνο και ξαφνικά τρεις πιτσιρικάδες με φανέλες της Λίβερπουλ να τρέχουν στην κουζίνα και να κάνουν τάκλιν για μία διεκδικούμενη «μπάλα».

Ήταν μονίμως ποδόσφαιρο, ποδόσφαιρο, ποδόσφαιρο.

Λίβερπουλ, Λίβερπουλ, Λίβερπουλ.

Όταν ήμουν μικρός με θυμάμαι να κάνω βόλτες στην πόλη και να βλέπω το Άνφιλντ από το παράθυρο του αυτοκινήτου. Το βλέμμα μου έμενε για ώρα καρφωμένο σε αυτό το εμβληματικό κτίριο και αναρωτιόμουν. Πως να είναι άραγε μέσα;

Ήταν κάτι σαν… μυστήριο, το πιάνετε;

Τότε, τον Απρίλιο του 2005 η μαμά κατάφερε να βρει εισιτήρια για μένα και τα δύο μεγαλύτερα αδέρφια μου για τον προημιτελικό του Champions League. Ήταν το πρώτο παιχνίδι. Γιουβέντους. Μπουφόν, Καναβάρο, Νέντβεντ, Ίμπρα, τι να λέμε τώρα; Απίστευτη ομάδα!

Οι ευρωπαϊκές βραδιές στο Άνφιλντ είναι απλά… διαφορετικές. Το να βρίσκεσαι εκεί στην Main Stand ήταν ασύλληπτο. Προσπαθείς να κρατήσεις μέσα σου κάθε εικόνα, ελπίζοντας ότι θα θυμάσαι τα πάντα το επόμενο πρωί. Τους προβολείς να φωτίζουν τον αγωνιστικό χώρο. Την ενέργεια που πήγαζε από το Kop. Αλλά η στιγμή που θα έχω για πάντα κολλημένη στο κεφάλι μου ήταν όταν τα ball-boys βγήκαν έξω και στήθηκαν μπροστά στον κύκλο της σέντρας. Ήταν περίπου καμιά 20αριά, την ώρα που όλο το γήπεδο ανέμιζε κόκκινες σημαίες. Και τότε ο ύμνος του Champions League άρχισε να παίζει στα μεγάφωνα. Εγώ και ο Τάιλερ ποτέ δεν σταματούσαμε να μιλάμε όταν βλέπαμε αυτή την εικόνα από την τηλεόραση. Αλλά εκείνη την στιγμή επικρατούσε νεκρική σιγή. Τότε ξαφνικά το Kop άρχισε να τραγουδάει το «You ‘ll never walk alone». Το τι δύναμη είχε. Δεν ξέρω. Μέσα σε μία στιγμή το ερωτεύτηκα. Ξαφνικά ήμουν απόλυτα σίγουρος για το τι ήθελα να κάνω στην ζωή μου.

Εκείνο το βράδυ δεν έκλεισα μάτι…

Αρκετούς μήνες αργότερα, οι κόκκινοι στέφθηκαν ξανά πρωταθλητές Ευρώπης. Παρακολούθησα τον τελικό μαζί με την οικογένειά μου. Αν και ήμουν μόλις 6 ετών ήξερα επακριβώς τι σήμαινε εκείνη η νύχτα στην Κωνσταντινούπολη. Κάνοντας μία απλή βόλτα στην πόλη τις επόμενες ημέρες, μπορούσες να διακρίνεις τα πρόσωπα των ανθρώπων και να καταλάβεις πως μία τέτοια επιτυχία μπορούσε να ανορθώσει το ηθικό μιας ολόκληρης κοινότητας. Γνωρίζαμε ότι ερχόταν η παρέλαση με το τρόπαιο και ήταν δεδομένο ότι εγώ και τα αδέρφια μου δεν θέλαμε να χάσουμε κάτι τέτοιο. Το αστείο είναι ότι δεν παραβιάσαμε καν τον μοναδικό κανόνα της μαμάς μας. Το λεωφορείο της Λίβερπουλ πέρασε ακριβώς έξω από το σπίτι μας!

Φορέσαμε τις φανέλες της Λίβερπουλ και σταθήκαμε στο πεζοδρόμιο, βλέποντας τους ήρωες μας να διασχίζουν την πόλη με το Κύπελλο Ευρώπης να βρίσκεται στο μπροστινό μέρος του λεωφορείο. Σχεδόν το ακούμπησα!

Δεν γίνεται να έχεις ζήσει μία τέτοια μέρα και να μην θέλεις μετά να γίνεις ποδοσφαιριστής. Ακριβώς το ίδιο συνέβη και με τα αδέρφια του. Εδώ πρέπει να πω κάτι πολύ σημαντικό για την ιστορία μου, που ο περισσότερος κόσμος δεν θέλει να μιλάει. Όλοι είχαμε το ίδιο όνειρο. Κάθε στιγμή. Εκείνη την εποχή ήμουν μέλος των ακαδημιών της Λίβερπουλ. Για κάθε εξάχρονο – επτάχρονο που κυνηγάει το όνειρο του δίχως να ξέρει το παραμικρό για τον τρόπο, πρέπει να υπάρχει ένα μεγάλο υποστηρικτικό γκρουπ πίσω του. Τουλάχιστον αυτό συνέβη με εμένα.

Είναι αστείο, τα αδέρφια μου κι εγώ ήμασταν τόσο ανταγωνιστικοί μεταξύ μας. Κάθε φορά που έβρεχε -κι αυτό γινόταν συχνά- μέναμε μέσα προσπαθώντας να βρούμε κάτι να παίξουμε. Μία μέρα η μητέρα μας, προφανώς αγανακτισμένη, έβαλε τον μπαμπά να μας μάθει σκάκι. Ήταν απίθανο, διότι το σκάκι χρειάζεται να έχεις την ίδια ανταγωνιστικότητα και την στρατηγική που χρειάζεσαι και στο ποδόσφαιρο. Αλλά το συναίσθημα που έχεις όταν είσαι έτοιμος να «τελειώσεις» στην παρτίδα τον αδερφό σου, ο οποίος δεν έχει την παραμικρή κίνηση για να ξεφύγει; Ωωωωω. Απίστευτο. Μόνο η έκφραση στο πρόσωπό του αρκούσε…

Το πιο σημαντικό πράγμα όμως ήταν πως είχαμε βρει ακόμα ένα πράγμα που μπορούσαμε να κάνουμε μαζί. Τα αδέρφια μου δεν ήταν απλώς αδέρφια μου. Ήταν και οι καλύτεροι μου φίλοι.

Όσο μεγάλωνα και εξελισσόμουν στις ακαδημίες της Λίβερπουλ, ο Τάιλερ και ο Μαρσέλ οικειοθελώς θυσίασαν τα δικά τους όνειρα για τα δικά μου. Πιστεύω πως ίσως όλοι κατάλαβαν από νεαρή ηλικία πως το όνειρο του επαγγελματία ποδοσφαιριστή ήταν κάτι πιο ρεαλιστικό για μένα. Το ίδιο συνέβη και με τους γονείς μας. Αυτό είναι πολύ σκληρό πράγμα για ένα μικρό παιδί. Υπήρχαν Σαββατοκύριακα που η μαμά δεν μπορούσε να πάει τα δύο μου αδέρφια στα παιχνίδια τους, διότι έπρεπε να βρίσκεται στην ακαδημία της Λίβερπουλ μία ορισμένη ώρα και πάντα ήταν τα αδέρφια μου αυτά που θα θυσιάζονταν για χατίρι μου. Ακόμα και σήμερα είμαι απίστευτα ευγνώμων και στους δυο τους για αυτό.

Κάθε βήμα που έκανα, το κάναμε μαζί.

Κάθε συμμετοχή που έκανε, την κάναμε μαζί.

Κάθε εμπειρία που βίωνα, την βιώναμε μαζί.

Έτσι γίνεται με το μέρος που μεγάλωσα.

Μία από τις πιο απίστευτες εμπειρίες της ζωής μου ήρθε όταν ήμουν 16. Ο Στίβεν Τζέραρντ έκανε προπονητικά μαθήματα εκείνη την εποχή και ήρθε στο ηλικιακό γκρουπ που βρισκόμουν για να διευθύνει μία προπόνηση. Δεν χρειάζεται να σας πω τι σημαίνει ο Στίβεν Τζέραρντ για τα παιδιά της ηλικίας μου. Δεν μπορώ να μετρήσω πόσες φορές εγώ και τα αδέρφια μου τον υποδυόμασταν, κάθε φορά που πηγαίναμε στο πάρκο. Ένας από εμάς ήταν ο Νιλ Μέλορ, ο άλλος ήταν ο Τζέραρντ. Ο άλλος ήταν ο τηλεσχολιαστής.

«Υπέρχοχη γυριστή κεφαλιά. Για τον Τζέρρρρραααααρρρρνττττττ»

Χέρια σηκωμένα ψηλά. Τρέξιμο προς τον  φράχτη. Πανηγυρισμός στα γόνατα!

Τέτοια πράγματα.

Το να τον έχουμε στο προπονητικό κέντρο μαζί μας ήταν σαν ένα όνειρο που γινόταν πραγματικότητα. Δεν του μίλησα πολύ, γιατί πολύ ειλικρινά ήμουν πολύ νευρικός μόνο που τον έβλεπα να μας παρατηρεί. Του άρεσε τόσο, που μετά το τέλος της προπόνησης έμεινε για να ανταλλάξει μερικές μακρινές μπαλιές με όλους μας. Πάντα μου άρεσε ο τρόπος που άλλαζε με τις πάσες του το παιχνίδι, επομένως το να τον βλέπω από κοντά, να παρατηρώ την τεχνική του ήταν κάτι το τρομερό. Προσπάθησα να αποστηθίσω τα πάντα, κάθε λεπτομέρεια.

Ένα από τα πράγματα που παρατήρησα πάνω του ήταν ο τρόπος που κουβαλούσε την ομάδα πάνω του. Αλήθεια δεν πιστεύω ότι είχα κάποια ειδικά μεταχείριση σε σχέση με τα άλλα παιδιά της ακαδημίας επειδή ήμουν από το Λίβερπουλ, αλλά υπήρχε μία μρική διαφορά. Μπορούσες να το καταλάβεις από τον τρόπο που ο Στίβι μιλούσε για τους οπαδούς μας, για το Άνφιλντ ή γενικά για το κλαμπ. Μπορούσες να το καταλάβεις, ότι είχε μία διαφορετική αύρα. Ενδιαφερόταν για την ομάδα με ένα διαφορετικό τρόπο. Την ένιωθε σαν οικογένεια. Αυτό μου έμεινε.

Αρκετά χρόνια αργότερα άρχισα να κάνω δειλά – δειλά τις πρώτες εμφανίσεις μου με την πρώτη ομάδα. Δεν είχα πολλές ώρες πτήσης, όμως ήδη κάποιοι άρχισαν να με αναγνωρίζουν στον δρόμο, αλλά όχι τόσο συχνά όσο φαντάζεται κανείς. Και τότε ένα απόγευμα μιας μέρας που είχαμε ρεπό όλα άλλαξαν μέσα μου. Βρισκόμουν κοντά στο κέντρο της πόλης, όταν είδα ένα παιδί να φοράει μία φανέλα της Λίβερπουλ. Ήταν περίπου 10 ετών. Ήταν κάπως μακριά, δεν μου τράβηξε ιδιαίτερα την προσοχή.

Όμως όταν απομακρύνθηκε από εμάς, τότε το είδα.

Νούμερο 66

ΑΛΕΞΑΝΤΕΡ-ΑΡΝΟΛΝΤ στην πλάτη.

Φορούσε την φανέλα μου!

Μέχρι εκείνη την ημέρα είχα αγωνιστεί στο Άνφιλντ, ήμουν παίκτης της Λίβερπουλ για 12 χρόνια, είχα γνωρίσει τον Τζέραρντ, είχα κάνει αρκετά πράγματα και ονειρευόμουν να κάνω κι άλλα.

Αλλά βλέποντας εκείνο το παιδί με την φανέλα μου. Δεν ξέρω αν μπορώ να εξηγήσω με λόγια τι σήμαινε αυτό για μένα.

Ξέρω ότι αρέσει στον κόσμο να λέει: «Ήμουν εκείνο το παιδί».

Αλλά πραγματικά. Εγώ ήμουν εκείνο το παιδί.

Ακόμα είμαι εκείνο το παιδί.

Όταν πήγα στο σπίτι θυμάμαι να λέω στην μητέρα μου και στον πατέρα μου τι είχε συμβεί. Αυτά είναι τα καλά όταν μένεις ακόμα στο πατρικό σου σπίτι. Δεν χρειάζεται να παίρνεις τηλέφωνο τους γονείς σου για να τους πεις τι συνέβη. Τους το λες λίγο πριν πας στο κρεβάτι σου για ύπνο!

Ακόμα και σήμερα, όταν βλέπω ένα νέο παιδί να φοράει το 66, συγκινούμαι, σημαίνει τα πάντα για μένα. Σε κάθε ένα που αγοράζει την φανέλα μου, σε κάθε ένα που αγοράζει την φανέλα της Λίβερπουλ, νιώθω ότι χρωστάω κάτι. Τους χρωστάω τον καλύτερο εαυτό μου. Διότι είμαι ένας από αυτούς. Είμαστε οικογένεια.

Σε αυτήν ανήκει και ο προπονητής μας. Πολύς κόσμος βλέπει τον Γιούργκεν Κλοπ και πιστεύει ότι ξέρει ποιος είναι ή νομίζει ότι τον ξέρει. Όμως δεν βλέπουν τα πάντα. Η ταχύτητα με την οποία παίζουμε, η σκληρότητα είναι προϊόν της δουλειάς που αυτός και το επιτελείο του φέρνει μαζί του σε κάθε προπόνηση. Κάθε μέρα. Βρίσκεται πια αρκετό μαζί μας και ειλικρινά δεν ξέρουμε πια κάποιον άλλο τρόπο να προπονηθούμε ή να παίξουμε. Αυτό που τον καθιστά ξεχωριστό σε σχέση με τους άλλους προπονητές είναι κάτι απλό, νομίζω. Ξεκαθαρίζει σε όλους μας ότι παίζουμε για τους οπαδούς. Ξέρω ότι μπορεί να ακουστεί κλισέ, αλλά δεν είναι. Το στιλ μας, η ταυτότητά μας. Είμαστε αυτό που το Άνφιλντ θέλει να είμαστε. Είμαστε αυτό που λάτρευα κι εγώ να βλέπω από μικρό παιδί.

Κάπως έτσι δημιουργείς πραγματική ενότητα.

Κάπως έτσι, όταν χάνεις με 3-0 από την Μπαρτσελόνα στο Καμπ Νου δεν είσαι τόσο ενοχλημένος (πλάκα κάνω ήταν μία πολύ πιεστική κατάσταση). Αλλά αυτό που προσπαθώ να πω είναι ότι φυσικά και πιστεύαμε στην ανατροπή εκείνο το βράδυ. Φυσικά. Το Άνφιλντ είναι ένα φρούριο εξαιτίας της ενότητας που υπάρχει ανάμεσα στους παίκτες και τους οπαδούς. Για μένα, από την στιγμή ο Τζίνι μπήκε και σκόραρε δύο γκολ, ήξερα ότι θα περνούσαμε. Το ένιωθες στον αέρα. Ήταν απλώς θέμα χρόνου.

Ο κόσμος με ρωτάει όλη την ώρα για εκείνο το κόρνερ που εκτέλεσα γρήγορα για τον Ντιβόκ. Περιμένουν να ακούσουν κάποια τρελή ιστορία, θαρρώ. Αλλά η αλήθεια είναι πως ο τρόπος που εκτελέστηκε αυτό το κόρνερ είναι προϊόν της νοοτροπίας μας στο γήπεδο, κι όχι κάποια καλά εκτελεσμένη κομπίνα.

Αυτό φέρνουμε μαζί μας στην προπόνηση κάθε μέρα, κάθε στιγμή. Δεν ξέρουμε να κάνουμε κάτι το διαφορετικό. Το μόνο μυστικό σχετικά με αυτό το γκολ είναι πως ο Ντιβόκ ήταν ο τέλειος παραλήπτης για αυτή την πάσα, διότι πολύ απλά πρέπει να είναι ο πιο χαλαρός άνθρωπος στον κόσμο του ποδοσφαίρου. Ποτέ δεν αγχώνεται, ποτέ δεν στρεσάρεται. Είναι απλώς κουλ!

Όταν ακούστηκε το τελευταίο σφύριγμα και περπατήσαμε προς το Kop ήταν η κορυφαία στιγμή που είχα βιώσει ποτέ σε ποδοσφαιρικό γήπεδο. Τραγουδούσαν το You ‘ll never walk alone και προσπαθούσα να συνειδητοποιήσω ότι δεν βρίσκομαι στις κερκίδες, αλλά στο χορτάρι!

Ήταν ο τέλειος κύκλος για μένα. Το ίδιο τραγούδι που άλλαξε την ζωή μου, όταν ήμουν 6 ετών. Μετά το παιχνίδι, πετάχτηκα δίπλα στο σπίτι μου. Καληνύχτισα την μαμά και τον μπαμπά και πήγα στο δωμάτιο μου. Τρελό. Τελικά αποκοιμήθηκα κατά τις 4 το πρωί. Έτσι πιστεύω τουλάχιστον.

Ωστόσο, όσο απίστευτη κι αν ήταν εκείνη η βραδιά, δεν ήταν ο καταληκτικός προορισμός μας. Είχαμε ήδη βιώσει την περασμένη χρονιά την τραυματική εμπειρία να χάνεις έναν τελικό στο Κίεβο και είχαμε διδαχθεί πολλά από αυτό. Είχαμε μάθει ένα σκληρό μάθημα για το πως κερδίζονται οι τελικοί. Η Ρεάλ ήξερε ακριβώς τι έκανε. Δεν υπήρχε τίποτα τυχαίο στο παιχνίδι της. Ειδικά από την στιγμή που πέτυχαν το τρίτο γκολ απλώς δεν μπορούσαμε να τους πάρουμε την μπάλα. Ήταν εκνευριστικό. Μας διέλυσε. Μας τελείωσε. Αλλά νομίζω ότι ήταν επίσης και μία ευλογία. Κατά την διάρκεια της σεζόν κάναμε κι εμείς ότι η Ρεάλ είχε κάνει σε εμάς εκείνο το βράδυ. Αρχίσαμε να τελειώνουμε παιχνίδια στο 1-0 ή στο 2-0. Μάθαμε από εκείνους.

Επομένως στον τελικό απέναντι στην Τότεναμ νιώθαμε πολύ μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση. Σε ότι αφορά εμένα προσωπικά ήξερα τι να περιμένω, ήξερα πως θα ένιωθα πηγαίνοντας σε αυτή την αναμέτρηση.

Αυτό για το οποίο δεν μπορείς ποτέ να είσαι προετοιμασμένος είναι εκείνες οι 6 ώρες στο ξενοδοχείο πριν από το μεγαλύτερο παιχνίδι της ζωής σου. Είναι αδύνατον να σκοτώσεις εκείνον το χρόνο. Νομίζω ότι σκρόλαρα στο Netflix για 6 συνεχόμενες ώρες.

Το πρώτο μέρος εκείνης της ημέρας, όταν προσπαθώ να το απεικονίσω, είναι γεμάτο νεύρα, θόρυβο και λίγο ποδόσφαιρο. Όμως όταν ο Ντιβόκ πέτυχε το δεύτερο γκολ, ήταν η στιγμή που όλη η ζωή γύρισε σαν φίλμ μπροστά από τα μάτια μου. Με θυμάμαι να τρέχω στο σημαιάκι του κόρνερ και να βλέπω όλες αυτές τις φάτσες στο πέταλο μας. Σήμαινε τόσα πολλά για αυτούς.

Ρώμη, Λονδίνο, Παρίσι, Ρώμη ξανά, Κωνσταντινούπολη…

Και τώρα Μαδρίτη!

Μέρη που θα θυμόμαστε για το υπόλοιπο της ζωής μας.

Όταν η οικογένεια μου μπήκε στον αγωνιστικό χώρο για να πανηγυρίσει, τότε τα συναισθήματα μου με κυρίευσαν. Δεν υπήρχαν λέξεις. Τι λέξεις θα μπορούσαν να περιγράψουν αυτό που ζούσαμε. Υπήρχαν αγκαλιές, δάκρυα χαράς. Αλλά όταν σηκώσαμε όλοι μαζί το τρόπαιο του Champions League, τότε κατάλαβα τι ακριβώς σκεφτόμουν.

Το πήραμε.

Από ένα πάρκο δίπλα στον δρόμο, σε ένα ευρωπαϊκό κύπελλο. Μαζί το κάναμε όλο αυτό.

Λιγότερες από 24 ώρες μετά, βρισκόμουν στην οροφή ενός ανοιχτού λεωφορείου να κάνουμε παρέλαση στους δρόμους του Λίβερπουλ.

Μισώ που το λέω, αλλά δεν κάναμε την ίδια διαδρομή με το 2005. Δεν περάσαμε ακριβώς μπροστά από το σπίτι μου; Το πιστεύετε; Ίσως πρέπει να πω δυο λογάκια σε αυτόν που σχεδίασε την διαδρομή.

Αλλά στην τελική, πάλι περάσαμε πολύ κοντά. Όταν περάσαμε κοντά από την γειτονιά μου, το μόνο που σκεφτόμουν ήταν εμένα και τον εαυτό μου να στεκόμαστε σε εκείνο το πεζοδρόμιο το 2005. Μπροούσα να δω εκεί έξω και να δω εκατοντάδες μικρούς Τρεντ Αλεξάντερ-Άρνολντς.

Ίσως και χιλιάδες. Αγόρια και κορίτσια.

Υπάρχουν μόνο δύο πράγματα που θα ήθελα να πω σε όλα αυτά τα παιδιά, αν τυχαίνει να διαβάζουν.

Πρώτον:

Κυνηγήστε τα όνειρά σας με όλο σας το είναι. Δώστε ότι έχετε και θα μπορούν να γίνουν πραγματικότητα. Μην αφήσετε κανέναν να σας πει κάτι διαφορετικό.

Δεύτερον:

Ποτέ να μην ξεχνάτε ποιος είστε, από που προέρχεστε και τους ανθρώπους που σας βοήθησαν να πετύχετε τους στόχους σας. Δίχως αυτούς τίποτα δεν θα μπορούσε να γίνει πραγματικότητα…

Από sdna.gr – Σωτήρης Μήλιος

Σχόλια