Για κάθε έναν που σε απορρίπτει, υπάρχει η ιστορία του φαν Ντάικ

Ο φαν Ντάικ, έχει καταφέρει να γίνει το ζωντανό παράδειγμα που ενθαρρύνει και εμπνέει εκατομμύρια πιτσιρικάδες ανά τον πλανήτη, που βιώνουν την απόρριψη και επιχειρούν να ξεπεράσουν τις δοκιμασίες για να συνεχίσουν να κυνηγούν τα όνειρά τους

Σε ένα υπέροχο κείμενο που έγραψε στο espn παραμονές της ανακοίνωσης των αποτελεσμάτων της ψηφοφορίας των ποδοσφαιριστών για τον κορυφαίο παίκτη της Premier League, ο Σάιμον Κούπερ, ο οποίος έχει μελετήσει σε βάθος το ολλανδικό ποδόσφαιρο, διηγήθηκε όλα τα βασικά κεφάλαια της ιστορίας του Βίρτζιλ φαν Ντάικ από την εποχή που έπλενε πιάτα, για να βιοπορίζεται στα χρόνια της ενηλικίωσής του, στον καιρό που προσπαθούσε να κερδίσει ένα επαγγελματικό συμβόλαιο στην Willem II μέχρι την ημέρα που έφτασε να θεωρείται ένας εκ των κορυφαίων κεντρικών αμυντικών στον κόσμο. 

Σε αυτή την τόσο διδακτική ιστορία ο αναγνώστης μαθαίνει για ένα παιδί που προσπαθούσε να μετατρέψει το χόμπι του σε επάγγελμα σε μια εποχή που ουδείς έβλεπε στην απόδοσή του την προοπτική να εξελιχθεί σε σημαντικό ποδοσφαιριστή, μέχρι το καλοκαίρι του 2008, κατά του οποίου τη διάρκεια ο 17χρονος φαν Ντάικ “πέταξε μπόι”, πήρε 18 εκατοστά σε ύψος και ξαφνικά έδειξε ότι μπορεί να γίνει κεντρικός αμυντικός.

Μέχρι τότε ήταν ένας αδιάφορος δεξιός μπακ. Αργός για δεξί μπακ, όπως ο ίδιος θυμάται, αλλά και ανασφαλής στο τάκλιν επειδή δεν εμπιστευόταν τα γόνατά του, ο φαν Ντάικ δεν έπειθε κανέναν. Η πολύ ενδιαφέρουσα ιστορία της εξέλιξής του όμως αποδεικνύει ότι η μέχρι τότε απόδοσή του έπειθε τον εαυτό του, ή πιο σωστά ότι δεν τον αποθάρρυνε. Οι πρώτοι του προπονητές θυμούνται σήμερα πόσο προσεκτικός ήταν στην κριτική και πόσο κόπιαζε για να καταφέρει να βελτιωθεί.

Μέχρι τα 19 του ο φαν Ντάικ υποστηριζόταν μόνο από τον φαν Ντάικ, και την μητέρα του. Δεν υπήρχε άλλος στο ποδόσφαιρο που να πίστευε τόσο στην εξέλιξή του που να έφτανε να αποφασίσει να επενδύσει χρόνο και χρήμα πάνω του για να τον βελτιώσει και να τον ετοιμάσει για υψηλότερο επίπεδο.

Μέχρι το καλοκαίρι του 2010, που ο Μάρτιν Κούμαν, πρώην διεθνής ποδοσφαιριστής – πατέρας του Ρόναλντ και του Ερβιν – αποφάσισε, αφού προηγουμένως τον παρακολούθησε στην Willem II να εισηγηθεί στην Χρόνιγκεν την απόκτησή του.

Εννιά χρόνια πίσω ο φαν Ντάικ μετακινήθηκε με ελεύθερη μεταγραφή από μια ομάδα που δεν τον πίστεψε ποτέ, επειδή θεωρούσε ότι έχει πολλούς περιορισμούς που δεν θα του επιτρέψουν να κάνει σημαντική καριέρα, σε μια ομάδα που εμπιστεύθηκε τον βασικό της σκάουτερ και βρήκε νόημα να επενδύσει χρόνο και χρήμα πάνω του.

Το καλοκαίρι του 2013, κι ενώ είχε πίσω του να δείξει δύο πολύ καλά χρόνια με τη Χρόνιγκεν, ο φαν Ντάικ απέρριπτε κάθε προσφορά που δεχόταν από ξένους συλλόγους, όσο υψηλή κι αν ήταν, επειδή επιθυμούσε να αγωνιστεί σε μια από τις κορυφαίες ομάδες της πατρίδας του.

Η Χρόνιγκεν τον πρότεινε στον Αγιαξ, τον καιρό που ο φαν Ντάικ έλεγε όχι στην Μπράιτον και στην Κράσνονταρ, αλλά ο Μαρκ Οφερμαρς είχε άλλες προτιμήσεις για το κέντρο της άμυνας.

Ο φαν Ντάικ “αναγκάστηκε” να επιλέξει την Σέλτικ, η οποία του έδωσε την ευκαιρία να παίξει σε υψηλότερο επίπεδο. Δύο χρόνια αργότερα, το καλοκαίρι του 2015 ένας δεύτερος Κούμαν, ο Ρόναλντ τον επέλεξε – και τον έπεισε – για την Σαουθάμπτον.

Μπαμπάς και υιός Κούμαν ήταν τα μόνα μέλη της ολλανδικής ελίτ του ποδοσφαίρου που πίστευαν στην προοπτική του φαν Ντάικ. Όπως ο Οφερμαρς το καλοκαίρι του 2013, έτσι και ο Λουίς φαν Χάαλ το καλοκαίρι του 2014, στον καιρό του στην Εθνική Ολλανδίας, επέλεξε να αποκλείσει τον φαν Ντάικ από την αποστολή για το Παγκόσμιο Κύπελλο 2014 επειδή τον έβρισκε ελλιπώς εκπαιδευμένο.

Και πράγματι ήταν, όπως ο ίδιος παραδεχόταν. Ακριβώς επειδή δεν τον είχαν πιστέψει μικρό, ο φαν Ντάικ δεν είχε το προνόμιο της ποδοσφαιρικής ανατροφής σε μια μεγάλη ακαδημία, δεν είχε την ευκαιρία να βάλει από μικρός τις βάσεις και να αποκτήσει όλα τα εφόδια για τη θέση του.

Μελετώντας την πορεία του μένεις με την αίσθηση ότι κατάφερε να φέρει τον εαυτό του στο κορυφαίο επίπεδο λειτουργώντας ως εμπειρικός αυτοδίδακτος ποδοσφαιριστής.

Στον καιρό του ως δεξιός μπακ έμαθε να είναι διορατικός και προνοητικός, δηλαδή να διαβάζει το σενάριο του παιχνιδιού και να φέρνει τον εαυτό του στη σωστή θέση επειδή ήξερε ότι δεν μπορεί να ποντάρει στην ταχύτητά του ή στο τάκλιν του.

Όταν τον έκοψε ο φαν Χάαλ από την Εθνική επειδή έκρινε ότι ο φαν Ντάικ δεν είχε μάθει να ανεβαίνει ψηλά στο τερέν για να ακολουθεί την κίνηση της ομάδας του και να κρατά μικρή την απόσταση της αμυντικής από την μεσαία γραμμή και ότι δεν είχε μάθει να κρατά τη συνοχή της αμυντικής γραμμής με συνέπεια να επιτρέπει εύκολα στους αντίπαλους επιθετικούς να την διαπερνούν κινούμενοι ανάμεσα στους αμυντικούς ή στην πλάτη του, ο 23χρονος φαν Ντάικ δεν έβγαλε “τρελό” τον προπονητή της Εθνικής.

Δούλεψε για να βελτιωθεί. Κι αυτή είναι μια από τις μικρές εξηγήσεις για το αριστούργημα αμυντικής συμπεριφοράς στην “2 εναντίον 1” κατάσταση που βρέθηκε στο ματς με την Τότεναμ απέναντι στους Σισοκό και Σον.

Η ιστορία δείχνει ότι ο φαν Ντάικ έχτισε μαζί με το σώμα και το πνεύμα. Χρησιμοποίησε κάθε εμπειρία απόρριψης για να βελτιώσει τις ποδοσφαιρικές αδυναμίες του. Σκληραγωγήθηκε και ωρίμασε πρόωρα από την ηλικία των 12, όταν χώρισαν οι γονείς του και έζησε για ένα μικρό διάστημα με τον πατέρα του προτού επιλέξει να ζει με τη μητέρα του και αποφασίσει να μη βάλει ποτέ το επώνυμό του στην φανέλα του επειδή δεν ήθελε να έχει πλέον σχέση μαζί του.

Διδάχθηκε από μια τραυματική εμπειρία ασθένειας στομάχου και νεφρών, στα 20 του, όταν έφτασε να υπογράψει διαθήκη υπό την απειλή του θανάτου, και έβαλε το ποδόσφαιρο στην πραγματική διάσταση που πρέπει να καταλαμβάνει στη ζωή.

Σήμερα δίνει την εντύπωση ενός ισορροπημένου 28χρονου άντρα, ο οποίος δεν έχει ξεχάσει από πού ξεκίνησε και γι’ αυτό έχει αναπτύξει αντισώματα που τον προστατεύουν από τους ιούς της έπαρσης, της εγωπάθειας, της αλαζονείας.

Προτού κλείσει τα 28 του ο φαν Ντάικ κατάφερε να αποδειχθεί αμυντικός των 75 εκατ. λιρών και να συμπεριφερθεί στο τερέν ως αντάξιος του τίτλου της πιο ακριβής μεταγραφής αμυντικού επειδή κατάφερε να μην προβληματιστεί και να μην εκνευριστεί από το βάρος της ετικέτας που μπήκε πάνω του τον Δεκέμβριο του 2017.

Χειρίστηκε ουσιαστικά μόνος του από καλοκαίρι ως το τέλος του 2017 τη μεταγραφή του, αφήνοντας στον ατζέντη του, τον Neil Fewings τον ρόλο του κομπάρσου και όχι αυτού που θα κρίνει το μέλλον του.

Συνάντησε ο ίδιος τον Γιούργκεν Κλοπ, επέλεξε ο ίδιος τον επαγγελματικό προορισμό του, έπεισε μόνος του την Σαουθάμπτον να τον παραχωρήσει έστω με την καθυστέρηση των περίπου 4 μηνών.

Σήμερα δεν εκπροσωπείται από ατζέντηδες, δεν βάζει διαμεσολαβητές στις διαπραγματεύσεις για την εμπορική εκμετάλλευση της εικόνας του, δεν χρησιμοποιεί image makers. Κάθε συνέντευξή του που μελετάς σε αφήνει με την αίσθηση ότι ο φαν Ντάικ γνωρίζει ότι είναι ένας εκ των κορυφαίων κεντρικών αμυντικών στον κόσμο την ίδια στιγμή που δεν παίρνει τον εαυτό του τόσο πολύ στα σοβαρά που να τον αντιλαμβάνεται ως το κέντρο του κόσμου.

Τώρα, που φτάνει να αναδεικνύεται από τους ποδοσφαιριστές ως ο καλύτερος της Premier League, κάτι που τόσο σπάνια – για 3η φορά – συμβαίνει με έναν κεντρικό αμυντικό, ο φαν Ντάικ έχει πετύχει μια νίκη ανυπολόγιστης αξίας: έχει καταφέρει να γίνει το ζωντανό παράδειγμα που ενθαρρύνει και εμπνέει εκατομμύρια πιτσιρικάδες ανά τον πλανήτη που βιώνουν την απόρριψη και επιχειρούν να ξεπεράσουν τις δοκιμασίες για να συνεχίσουν να κυνηγούν τα όνειρά τους.

Όπως στα υπόλοιπα επαγγέλματα, στο ποδόσφαιρο συχνά το σκάουτινγκ κάνει λάθος. Κι είναι μια πολύτιμη συμβουλή ζωής αυτή που δίνει ο φαν Ντάικ με την ιστορία του: να δίνεις σημασία στην κριτική για να βελτιώνεσαι, αλλά να μην αφήνεις την κριτική να αποφασίσει για την επαγγελματική, και όχι μόνο, ζωή σου και τελικά να την καθορίσει.

Ο φαν Ντάικ είχε την τύχη να πέσει στο μάτι του Μάρτιν Κούμαν, που του άλλαξε τη ζωή. Την τύχη αυτή όμως την προκάλεσε μόνος του τον καιρό που έκλεινε τα αφτιά του σε αυτούς που προέβλεπαν ότι θα τον κέρδιζε το πλύσιμο των πιάτων επειδή δεν θα κατάφερνε να κάνει επαγγελματική ποδοσφαιρική καριέρα.

Στα 19 του και τα 20 του ο φαν Ντάικ δεν ήταν το παιδί θαύμα που είναι σήμερα ο Ντε Λιχτ. Χρειάστηκε να φτάσει τα 24 για να κάνει ντεμπούτο στην Εθνική Ολλανδίας, δεν το έκανε στα 17 του όπως ο ντε Λιχτ. Έγινε ο αμυντικός θαύμα επειδή δούλεψε για να γίνει.

Η ιστορία του είναι ένας πολύ καλός λόγος για να μην απογοητεύεσαι και ένα έξοχο παράδειγμα για τους καρπούς που μπορεί να δρέψεις αν δουλέψεις πολύ το μυαλό και το σώμα.

Σχόλια