Φέρτε μας πίσω… το ποδόσφαιρο της νιότης μας

Το «jogo bonito», το «ωραίο παιχνίδι» του παρελθόντος, δυστυχώς, δεν θα το ξαναδούμε. Στη Ρωσία φάνηκε πιο ξεκάθαρα από ποτέ. Ολες οι ομάδες προσπαθούν να παίξουν με τον ίδιο τρόπο: τον τρόπο που κερδίζει. Πάει το κουλέρ λοκάλ, που έκανε τα Παγκόσμια Κύπελλα ακόμη πιο μαγευτικά.

Βέλγιο και Αγγλία έπαιξαν το Σάββατο στον μικρό τελικό. Γαλλία και Κροατία παίζουν την Κυριακή, στον μεγάλο. Ο Παγκόσμιος Πρωταθλητής θα είναι, πάλι, Ευρωπαίος. Οπως ήταν και στα τρία προηγούμενα Μουντιάλ. Δέκα από τις ομάδες που έφτασαν στις «16», ήταν ευρωπαϊκές. Στη συνέχεια, έξι από τις «8». Οι άλλες δύο, η Βραζιλία και η Ουρουγουάη, αποχαιρέτησαν την ίδια μέρα (6 Ιουλίου). Εκτοτε, το Παγκόσμιο Κύπελλο της Ρωσίας θύμιζε Euro. Κι ας είχαν αποκλειστεί δύο «εστεμμένες» από τη Γηραιά Ηπειρο, η Γερμανία και η Ισπανία, κι ας απουσίαζε από την αρχή του τουρνουά μια τρίτη, η Ιταλία.

Η εικόνα του Ρονάλντο (του Βραζιλιάνου, του «Φαινομένου»), με το αστείο κούρεμα και τα οκτώ γκολ στο τουρνουά της Ασίας, το 2002, να σηκώνει το χρυσό αγαλματίδιο πλάι στον Ριβάλντο, τον Ροναλντίνιο, τον Ρομπέρτο Κάρλος, τον Λούσιο και τον Καφού, ήταν η τελευταία που θυμόμαστε πριν μπούμε στην εποχή της ποδοσφαιρικής παντοδυναμίας της Ευρώπης.

Το επόμενο Μουντιάλ, του 2006, θα το κατακτούσε -λέγαμε- πάλι η Βραζιλία του Ρονάλντο, του Κακά και του Αντριάνο. Μια ομάδα με τόσους «παιχταράδες», ώστε δεν… χώρεσε τον Ριβάλντο. Ή, έστω, η Αργεντινή. Με Σαβιόλα, Τέβες, Κρέσπο, Καμπιάσο, Μασεράνο, Ρικέλμε και τον πρωτοεμφανιζόμενο (στα 19) Λιονέλ Μέσι. Το πήρε η Ιταλία.

Το 2010 «βλέπαμε» Αργεντινή. Επειδή ο Μέσι μας είχε, ήδη, πείσει πως είναι «μάγος», αλλά και γιατί την «Αλμπισελέστε» την καθοδηγούσε ο Ντιέγκο Μαραντόνα. Το πήρε η Ισπανία.

Το 2014 ήταν η σειρά της Βραζιλίας, ούτε συζήτηση. Ποιος θα μπορούσε να ανταγωνιστεί τη μεγαλύτερη ποδοσφαιρική δύναμη του κόσμου μέσα στο ίδιο της το «σπίτι»; Το πήρε η Γερμανία. Οχι μόνο το πήρε, αλλά και υποχρέωσε τη «Σελεσάο» στην πιο ντροπιαστική ήττα της ιστορίας της. Εκείνο το 7-1 στο Μπέλο Οριζόντε ήταν μαχαιριά στην καρδιά ενός ολόκληρου έθνους, αλλά και εκατομμυρίων φαν εκτός Βραζιλίας.

Στο βιβλίο του «Ποδόσφαιρο στη Σκιά και στο Φως» ο Εδουάρδο Γκαλεάνο εξηγεί, επιχειρηματολογώντας σε πάνω από 250 σελίδες, γιατί οι Λατινοαμερικανοί ποδοσφαιριστές υπερέχουν έναντι των Ευρωπαίων. Και καταλήγει στο συμπέρασμα ότι θα έπρεπε, όλα τα Παγκόσμια Κύπελλα να τα έχουν κατακτήσει χώρες από τη Νότια Αμερική. Καλά τα γράφει ο ουρουγουανός συγγραφέας. Αλλά την Κυριακή το βράδυ, είτε νικήσει η Γαλλία, είτε η Κροατία, το… σκορ θα γίνει 12-9 υπέρ της Ευρώπης.

Ο μεγαλύτερος θρίαμβος του ευρωπαϊκού ποδοσφαίρου δεν είναι ότι σαρώνει τα τρόπαια. Είναι ότι κατάφερε, αυτό που γνωρίσαμε (και αγαπήσαμε) ως «jogo bonito» («ωραίο παιχνίδι») να το εξαφανίσει! Στα Μουντιάλ της νιότης μας μετρούσαμε γύρω μας ποιοι δεν υποστήριζαν τη Βραζιλία. Ηταν ελάχιστοι. Η υψηλή της τεχνική, η φουλ επίθεση, τα παράξενα ονόματα (και κουρέματα) των παικτών της, αυτή η αλεγκρία στο παιχνίδι της, μας είχαν συνεπάρει. Με την εμφάνιση του Μαραντόνα, πολλοί γίναμε «φαν» της Αργεντινής. Αλλοι, πάλι, ερωτευτήκαμε την «garra charrúa» των Ουρουγουανών: τη δύναμη του πολεμιστή.

Κάθε τέσσερα χρόνια βγάζαμε τα ίδια φαβορί. Τους Βραζιλιάνους. Αλλά, τα τελευταία πενήντα χρόνια το πήραν μόλις τρεις φορές: το 1970, το 1994 και το 2002. Και τους Αργεντινούς. Αλλά, έχουν να το πάρουν από το «Χέρι του Θεού» (1986). Τελικό Βραζιλίας – Αργεντινής δεν είδαμε ποτέ. Οχι, δεν φταίνε τα σταυρώματα της κλήρωσης. Μόνο μια φορά απέκλεισαν η μία την άλλη. Ολες τις υπόλοιπες, αποκλείστηκαν από την Ολλανδία, την Ιταλία, τη Γαλλία, τη Γερμανία, την Αγγλία, τη Σουηδία, ακόμη και από τη Ρουμανία. Η μόνη ευρωπαϊκή ομάδα που έχει νικήσει η Βραζιλία από το 2006 και μετά, είναι η Κροατία (στη φάση των ομίλων)…

Το ποδόσφαιρο των νεανικών μας χρόνων, δυστυχώς, δεν θα το ξαναδούμε. Επειδή οι ίδιες οι ομάδες που το πρέσβευαν, αποφάσισαν να αλλάξουν. Να προδώσουν τα ιστορικά τους χαρακτηριστικά. Η Βραζιλία έγινε «Ευρωπαία». Η τακτική φρενάρει το ταλέντο των παικτών της. Η Αργεντινή έχασε την «ψυχή» της. Στη Ρωσία είδαμε την πιο «soft» έκδοση της Ουρουγουάης που θυμόμαστε. Ο λάτιν τρόπος να παίζεις μπάλα, πέθανε. Ηταν ετοιμοθάνατος από καιρό.

Η Βραζιλία άρχισε να ασπάζεται τις αρχές του ευρωπαϊκού ποδοσφαίρου αμέσως μετά την αποτυχία της στο Μουντιάλ της Ισπανίας (1982). Οταν αντιλήφθηκε ότι ένας και μόνον παίκτης, ο Πάολο Ρόσι, έφτανε για να γκρεμίσει τα όνειρα της πιο φιλόδοξης «Σελεσάο» της σύγχρονης εποχής (με Σόκρατες, Ζίκο, Φαλκάο και Εντερ). Η Βραζιλία του 1986 ήταν πολύ πιο συντηρητική. Εκείνη του 1990, μια κυνική ομάδα που κέρδιζε τα ματς με 1-0, ποντάροντας στον τεράστιο φορ που διέθετε τότε, τον Καρέκα. Η Βραζιλία που κατέκτησε το Παγκόσμιο Κύπελλο του 1994 δεν ήταν γρήγορη, ούτε θεαματική, αλλά πιο αποτελεσματική από κάθε προηγούμενη.

Εντυπωσιασμένοι από το ευρωπαϊκό ποδόσφαιρο του Champions League, οι Λατίνοι αποφάσισαν να αντιγράψουν τις μεθόδους του. Οχι στους συλλόγους τους, αλλά στις εθνικές τους ομάδες. Αυτές που κάθε τέσσερα χρόνια παλεύουν με τις ευρωπαϊκές για το Ιερό Δισκοπότηρο της μπάλας. Είναι λογικό να έχουν πάθει ένα ιδεολογικό vertigo. Επιπλέον, τα «αστέρια» τους μετακομίζουν στην Ευρώπη σε πολύ νεαρές ηλικίες: στα 13, 14, ή 15. Δεν προλαβαίνουν να μάθουν πολλά για τα παραδοσιακά στιλ παιχνιδιού. Μεγαλώνουν με την ευρωπαϊκή ποδοσφαιρική κουλτούρα. Οταν έρχεται η ώρα να ενισχύσουν τις εθνικές τους ομάδες, παίζουν αυτό που διδάχθηκαν. Το 2002, δεκατρείς παίκτες της Βραζιλίας προέρχονταν από το εθνικό της πρωτάθλημα. Εφέτος, στη Ρωσία, μόνον τρεις.

Η τακτική νίκησε τη φαντασία, την ατομική ποιότητα, το ανέμελο ποδόσφαιρο του «όσα βάλουμε κι όσα φάμε». Στη Ρωσία φάνηκε πιο ξεκάθαρα παρά σε κάθε άλλο Μουντιάλ. Ακόμη και το Βέλγιο, που διαθέτει υπέροχους σολίστες και έπαιξε την -κατά γενική ομολογία- πιο θεαματική μπάλα σε αυτό το τουρνουά, αποκλείστηκε. Επειδή δεν έδωσε μεγάλη σημασία στο πλάνο, στη στρατηγική.

Το ιδιαίτερο ποδοσφαιρικό στιλ κάθε χώρας, το κουλέρ λοκάλ που έκανε τα Παγκόσμια Κύπελλα ακόμη πιο μαγευτικά, χάθηκε. Πλέον, όλοι προσπαθούν να παίξουν (περίπου) με τον ίδιο τρόπο: τον τρόπο που κερδίζει. Κι αυτό είναι το χειρότερο απ’ όλα.

Σχόλια