Ένα απλό παιδί που έγινε είδωλο – Τα δύσκολα χρόνια του Andres Iniesta στις ακαδημίες της Barcelona

Πρόσφατα, κάποιος τον μπέρδεψε με ένα γκαρσόν. Τον Αντρές Ινιέστα. Τον παίκτη που έδωσε το Παγκόσμιο Κύπελλο στην Ισπανία, έναν από τους βασικότερους συντελεστές της ομάδας-φαινόμενο, της Μπαρτσελόνα.

Ένας διαφορετικός ποδοσφαιριστής, ο ορισμός του ανθρώπου χαμηλών τόνων, λίγο πριν από τον τελικό με τη Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ διηγείται την ιστορία ενός απλού παιδιού που έγινε είδωλο.

Τα στοιχεία μετακίνησης πληθυσμού που δίνει ο τομέας στατιστικής του Δημαρχείου της Βαρκελώνης αναφέρουν ότι το 1996 εγκαταστάθηκαν στην πόλη 11.028 άνθρωποι, 99 εκ των οποίων προέρχονταν από την Καστίγια λα Μάντσα. Οι αριθμοί είναι απόλυτοι, ψυχροί και δεν μαρτυρούν λεπτομέρειες, μόνο γεγονότα.

Αν τα πράγματα ήταν διαφορετικά, αν υπήρχε χώρος για λεπτομέρειες, στα δημοτικά αρχεία θα έπρεπε να αναφέρεται ότι ένας από αυτούς τους ανθρώπους ήταν ο Αντρές Ινιέστα Λουχάν. Ήταν 12 ετών και ήθελε να γίνει ποδοσφαιριστής. Τα κατάφερε. Δεν κατάφερε όμως να γίνει ένας απλός ποδοσφαιριστής.

Μπορεί οι χαμηλοί τόνοι του να έκαναν κάποιον, πρόσφατα, να τον μπερδέψει με γκαρσόν, μια μάλλον ειρωνική ιστορία για εκείνον που έβαλε το γκολ το οποίο έδωσε στην Ισπανία το Παγκόσμιο Κύπελλο λίγους μήνες πριν, αλλά σίγουρα δεν πρόκειται για έναν απλό ποδοσφαιριστή.

Με το πρώτο του επαγγελματικό συμβόλαιο έβγαλε στη σύνταξη τον 40χρονο οικοδόμο πατέρα του και αγόρασε στη μητέρα του ένα σπίτι. Σήμερα, στα 27 του χρόνια, είναι παγκόσμιος πρωταθλητής, πρόσφατα έγινε πατέρας, το αγαπημένο του πιάτο εξακολουθεί να είναι το κοτόπουλο με πατάτες, ενώ εκτός γηπέδου περνάει τόσο απαρατήρητος όσο ένα γκαρσόν.

Ο Αντρές Ινιέστα πήρε το μικρό του όνομα από τον παππού του από την πλευρά του πατέρα του. Στη Φουεντεαλμπίγια (Αλμπαθέτε) υπάρχουν τρεις Αντρές Ινιέστα: ο ποδοσφαιριστής και δύο ξαδέλφια του, παιδιά των μεγαλύτερων αδελφών του πατέρα του, Χοσέ Αντόνιο.

Η αφήγηση μιας διαδρομής προς την κορυφή γίνεται από τον ίδιο τον Αντρές, καθισμένο στο αθλητικό κέντρο της Μπαρτσελόνα, ασφαλώς πριν από μια προπόνηση. Φοράει μια φανέλα Nike. Κάποτε διαφήμιζε την αμερικανική εταιρεία με αντάλλαγμα κάποιες δωρεάν μπλούζες για την προπόνηση. Σήμερα είναι ένας από τους κράχτες της. Όταν ο Αντρές ήταν παιδί, ο πατέρας του έκανε οικονομίες για τρία χρόνια ώστε να του αγοράσει ένα ζευγάρι Adidas Predator. Ασφαλώς τα έχει κρατήσει από τότε.

Μικρός, ο Ινιέστα έπαιζε ποδόσφαιρο στην «πίστα», όπως ήταν γνωστός στη Φουεντεαλμπίγια ο –κάτι σαν– αθλητικός πολυχώρος με τσιμεντένιο έδαφος, ο οποίος βρισκόταν στο ύπαιθρο, είχε δύο τέρματα ποδοσφαίρου σάλας και δύο μπασκέτες.

Αυτό ώσπου να γίνει οκτώ χρόνων, όταν πέρασε το δοκιμαστικό εισόδου στα τμήματα υποδομής της Αλμπαθέτε, 80 χιλιόμετρα από το σπίτι του. Τότε είχε την πρώτη επαφή του με την επαγγελματική πλευρά του ποδοσφαίρου. Τότε άρχισε επίσης να απομακρύνεται από την «πίστα» και σταμάτησε να πηγαίνει και να βλέπει πώς χοροπηδούσαν τα βατράχια στις λιμνούλες του χωριού.

Εκεί, στην Αλμπαθέτε, έπαιξε μέχρι που έπαψε να είναι ανώνυμος, όταν επελέγη ως ο καλύτερος παίκτης του τουρνουά πιτσιρικάδων στην Μπρουνέτε. Ήταν αδύνατο να μην πέσει το μάτι σου σε εκείνο το παιδί που έβαζε τόσο «χρώμα» στο παιχνίδι του, μια μεγάλη αντίθεση με το τόσο χλωμό πρόσωπό του. Εκείνη την ημέρα υπήρχαν σκάουτ των καλύτερων ομάδων και βεβαίως της Ρεάλ και της Μπαρτσελόνα. Ο Αλμπερτ Μπενάιζες, ένας από τους καλύτερους συνεργάτες του Οριόλ Τορτ, υπεύθυνου των τμημάτων υποδομής των Μπλαουγκράνα, επέστρεψε στο «Καμπ Νου» με αρκετά ονόματα στο μπλοκάκι του. Το πρώτο ήταν αυτό του Ινιέστα.

Το μεγάλο δίλημμα, η ιστορία ενός ταλαντούχου παιδιού που έπρεπε να ξεριζωθεί, όντας ανήλικο, για να κυνηγήσει ένα όνειρο που δεν ήξερε αν το ήθελε, ξεκίνησε. Η μητέρα του Αντρές ούτε που είχε σκεφτεί την πιθανότητα να πάει το παιδί της στη Βαρκελώνη όσο και αν ο σύζυγος της προσπαθούσε να την πείσει ότι αυτή η πρόταση ήταν η καλύτερη για την αθλητική καριέρα του πιτσιρικά. «Ήταν πολύ σκληρό για μας» θυμάται σήμερα.

Ο Ινιέστα τα θυμάται όλα: «Ο πατέρας μου, μου είπε “το τρένο ίσως περάσει μόνο μία φορά στη ζωή σου”, αλλά εγώ του απάντησα ότι δεν ήθελα να πάω» αφηγείται ο Αντρές. Η απάντησή του ήταν κατηγορηματική, ωστόσο η συμβουλή του πατέρα του δεν έπαψε να στριφογυρίζει στο μυαλό του κάθε φορά που ξάπλωνε στο κρεβάτι του, πάνω από το οποίο είχε κολλήσει μία αφίσα του Λάουντρουπ και μία του Γκουαρδιόλα. Το θέμα δεν ξανασυζητήθηκε καν. Πατέρας και γιος πήγαιναν και έρχονταν αμίλητοι από τις προπονήσεις. Ώσπου μια μέρα ο Αντρές ύψωσε τον τόνο της φωνής του για να πει: «Μπαμπά, τηλεφώνησε στη Βαρκελώνη». Και ο πατέρας του τηλεφώνησε.

«Αφού το σκέφτηκα πολύ και το συζήτησα με τους γονείς μου, αποφάσισα ότι ήθελα να πάω. Από εκείνη τη στιγμή έπεισα τον εαυτό μου ότι θα άντεχα, όσο δύσκολο και αν ήταν αυτό. Είναι ο τρόπος με τον οποίο λειτουργώ, είναι οι αξίες που έχω. Αν πάρω μια απόφαση που ξέρω ότι είναι για καλό, ακόμη και αν γνωρίζω ότι θα είναι πολύ δύσκολη για μένα, δεν κοιτάω πίσω. Αυτό συμβαίνει και στη ζωή και στον αθλητισμό. Όταν ανέβηκα στην πρώτη ομάδα, δεν έπαιζα πολύ αλλά ήμουν πεπεισμένος ότι θα πετύχαινα και ότι θα με καθοδηγούσε ο ενθουσιασμός μου. Υπήρχαν φήμες για δανεισμό, αλλά εγώ προτιμούσα να μένω εκεί, ακόμη και αν έπαιζα για πέντε λεπτά, επειδή ήμουν βέβαιος ότι με δουλειά και ενθουσιασμό θα έδινα το στίγμα μου. Γι’ αυτό, όταν είπα στον πατέρα μου “φεύγουμε”, ήξερα ότι δεν υπήρχε επιστροφή».

Το ταξίδι ήταν σκέτη κόλαση. Σε ένα σκούρο μπλε Ford Orion, το ίδιο αυτοκίνητο όπου πήρε την απόφαση που θα σημάδευε τη ζωή του. Ποτέ δεν φαντάστηκε ότι ο δρόμος που επέλεξε θα τον οδηγούσε τόσο μακριά. Σε εκείνο το μπλε Ford Orion επέβαιναν καθ’ οδόν προς τη Βαρκελώνη οι γονείς, ο παππούς από την πλευρά της μητέρας του και το παιδί που ονειρευόταν να γίνει ποδοσφαιριστής και δεν σταματούσε να κλαίει.

«Κάναμε στάση στην Τορτόσα για να φάμε. Δεν έφαγε κανείς. Η μητέρα μου έκλαιγε, ο πατέρας μου δεν πεινούσε, ο παππούς μου προσπαθούσε να μου δώσει κουράγιο… αλλά ούτε εκείνος έτρωγε. Εγώ ούτε που κοίταξα το πιάτο. Η πρώτη εικόνα που έχω από τη Μασία είναι αυτή του Τζουάν Φαρές, του διευθυντή. Μου σύστησε τον Χοσέ, έναν τερματοφύλακα της ομάδας νέων που ήταν πάνω από 1,90 μ. και μου έδειξε όλη την ακαδημία. Εγώ τον κοιτούσα και σκεφτόμουν: “Θεέ μου!”. Αρχίσαμε να δειπνούμε. Εγώ δεν έπαψα στιγμή να κλαίω. Την επόμενη ημέρα, οι γονείς μου με πήγαν σχολείο και μου είπαν: “Στην έξοδο θα σε περιμένουμε”. Όταν βγήκα, είχαν ήδη φύγει. Ήταν ο καλύτερος τρόπος για να μη συνεχιστεί άλλο αυτή η ψυχοφθόρα διαδικασία. Μετά βέβαια συνέχισα να κλαίω, αλλά αν έμεναν θα ήταν πολύ χειρότερα τα πράγματα».

Αυτοί οι αποχαιρετισμοί χωρίς «αντίο» επαναλαμβάνονταν κάθε 15 ημέρες. Οι γονείς έφταναν το Σάββατο, έβλεπαν το παιδί, το άφηναν το βράδυ της Κυριακής στη Μασία και το ξεγελούσαν: «Αύριο θα έρθουμε να σε πάρουμε για να σε πάμε στο σχολείο». Και ο Αντρές ήξερε ότι την επόμενη ημέρα θα πήγαινε ξανά μόνος του. Τα Σαββατοκύριακα που δεν πήγαιναν να τον δουν οι γονείς του ο Αντρές έμενε στο σπίτι του Μπενάιζες και έβρισκε παρηγοριά σε μια ταινία, έναν ποδοσφαιρικό αγώνα, μια βόλτα ή μια συζήτηση με τη μητέρα του προστάτη του. Ως το βράδυ της Κυριακής. Τότε που έκλαιγε εκ νέου ως παιδί που ήταν, νιώθοντας μόνο του σε ένα σπίτι γεμάτο εφήβους που τα ήξεραν όλα.

Τον Ινιέστα «τον έσωσε η νοοτροπία του» τονίζει ο Μπενάιζες. «Μερικές φορές αναρωτιόμουν: “Θα τον σώσουμε;”. Έχω γνωρίσει πολύ καλούς παίκτες, ακόμη και 19 ετών, που δεν άντεξαν ούτε δύο εβδομάδες στη Μασία. Τους λύγιζε η νοσταλγία. Ο Αντρές ήταν τέλειος για την Μπαρτσελόνα λόγω του προφίλ τεχνικής και ευφυΐας –σήμερα παίζει ακριβώς όπως όταν ήταν παιδί– αλλά δεν ξέραμε αν θα ήταν ικανός να αντέξει. Σώθηκε μόνος του, χάρη στο μυαλό του. Άντεξε, άρχισε να προσαρμόζεται και τα κατάφερε».

Ακούγεται περίεργο από συναισθηματικής πλευράς. Από τη μία εσείς κάνατε ουσιαστικά μια καριέρα βασισμένη στη μοναξιά και από την άλλη, όπως είπε ο προπονητής σας Πεπ Γκουαρδιόλα, κάποια γκολ σας, όπως αυτό στο «Στάμφορντ Μπριτζ» με το οποίο η Μπαρτσελόνα έφτασε στον τελικό της Ρώμης, μπήκαν γιατί η καρδιά όλης της Μπάρτσα χτυπούσε στο δεξί σας πόδι. Τι ακριβώς ισχύει;

«Ίσως σε καθοριστικές στιγμές χρειάζεσαι κάτι παραπάνω από ταλέντο, συναίσθημα και συγκυρία. Ίσως χρειάζεται να έχεις μόνο θετικές σκέψεις. Εγώ μερικές φορές διαισθάνομαι πράγματα. Μου συμβαίνει μέσα και έξω από το γήπεδο».

Διαισθανθήκατε, επίσης, το γκολ του Μουντιάλ.

«Εγώ ήξερα ότι έπρεπε να κατακτήσουμε το Μουντιάλ. Ήμουν πεπεισμένος. Έπρεπε να γίνει τότε ή ποτέ, για τον ομοσπονδιακό προπονητή, για τους παίκτες, για τα συναισθήματα, γιατί έτσι, γιατί ήταν καιρός. Ετσι το είδα στο μυαλό μου. Είχα περάσει πολλές δύσκολες στιγμές κατά τη διάρκεια της σεζόν και ήξερα ότι δεν υπήρχε καλύτερη περίσταση από αυτή προκειμένου να βρω ξανά τον εαυτό μου. Στο τέλος ένιωσα πάλι ποδοσφαιριστής, ήμουν και πάλι ευτυχισμένος. Το Μουντιάλ με απελευθέρωσε από μια κάκιστη σεζόν σε προσωπικό επίπεδο. Υπέφερα πολύ για να κερδίσω αυτά τα λεπτά δόξας για εκείνο το γκολ, για να έχω στη διάθεση μου εκείνο το τρόπαιο. Το γκολ με βοήθησε να αλλάξω προς το καλύτερο, να αποκτήσω αυτοπεποίθηση, να έχω διάρκεια».

Ο Αντρές Ινιέστα είναι σήμερα ένας εθνικός ήρωας, αναντικατάστατος στην εντεκάδα της Μπαρτσελόνα, μια διασημότητα για τα γκολ του στο «Στάμφορντ Μπριτζ» και στο Γιοχάνεσμπουργκ, ο καλύτερος πρεσβευτής της χώρας στον κόσμο. «Βασικά νιώθω προνομιουχος, αλλά δεν θεωρώ τον εαυτό μου κάτι παραπάνω από έναν ποδοσφαιριστή τον οποίο μπορεί απλώς να τύχει κάποια στιγμή να παρακολουθεί πολύς κόσμος. Δεν παύει να είναι περίεργο, πάντως, ότι οι φίλαθλοι στα άλλα γήπεδα με χειροκροτούν όταν με αντικαθιστούν και συνήθως αυτό συμβαίνει ενώ η ομάδα τους χάνει. Καταλαβαίνω ότι πέρα από το ποδόσφαιρο και το τελικό αποτέλεσμα αναγνωρίζονται και άλλα πράγματα».

Νιώθετε Καταλανός ή Ισπανός;

«Είναι δύσκολο ζήτημα. Εγώ δεν καταλαβαίνω από αυτά. Ο καθένας είναι ελεύθερος να έχει τη δική του άποψη και να εκφράζει αυτό που νιώθει, αλλά πάντα σεβόμενος τους άλλους.» Πάνω από το να νιώθεις Ισπανός, Καταλανός ή Ανδαλουσιανός βρίσκεται ο σεβασμός. Δεν πρέπει να υπάρχει κόντρα επειδή ένας νιώθει ένα πράγμα και άλλος κάτι διαφορετικό. Προσπαθούμε να ζούμε με τον καλύτερο δυνατό τρόπο».

Το παιδί που αναζήτησε πριν από λίγα χρόνια ένα όνειρο στη Βαρκελώνη έχει δρόμο με το όνομα του στη Φουεντεαλμπίγια και 140 εκτάρια αμπελώνων που προκαλούν ενθουσιασμό στο χωριό και περηφάνια σε μια οικογένεια που πάντα εξαρτιόταν από τη συλλογική προσπάθεια. Οι Ινιέστα, την πρώτη εβδομάδα του Σεπτεμβρίου, θα συλλέξουν την πρώτη τους σοδειά και αναμένεται να είναι καλή. Διότι αν το σταφύλι απαιτεί υπομονή, δεν υπάρχει κανείς πιο υπομονετικός από τον Αντρές.

«Ο πατέρας και τα αδέλφια του δούλεψαν στην οικοδομή και στα χωράφια. Για εμάς ήταν δύσκολο να έχουμε αυτά που τώρα μπορούμε. Γι’ αυτό αγοράσαμε αυτήν την έκταση που ονομάζεται μάλιστα “Η λωρίδα του Ινιέστα”, επειδή από εκεί περνάει ο δρόμος που σε πάει από τη Φουεντεαλμπίγια στο Ινιέστα, ένα χωριό στην Κουένκα. Είναι σύμπτωση, αλλά ποιο θα μπορούσε να είναι καλύτερο όνομα;».

Ο Αντρές, δεν είναι δύσκολο να το καταλάβεις, είναι ένας απλοϊκός άνθρωπος, ζει το ποδόσφαιρο με πάθος, τόσο που συνηθίζει να βλέπει τους αγώνες του το ίδιο βράδυ που τους έχει δώσει. Εκεί, μπροστά στην τηλεόραση, μαζεύεται με τους φίλους του και μεταξύ αυτών τα αδέλφια του συγκροτήματος Estopa. Λατρεύει να ακούει τραγούδια του τύπου «Όπως ο Καμαρόν», επειδή τον ηρεμούν και τον εμπνέουν. Σκοτώνει πολλές ώρες μοιραζόμενος ανησυχίες και συνδυάζει τις σπουδές στα ισπανικά ΤΕΦΑΑ με την καριέρα του ως ποδοσφαιριστής και τα ιδιαίτερα μαθήματα αγγλικών. Σύντομα, μάλιστα, θα βγει στην αίθουσα Τύπου για να μιλήσει στα καταλανικά. Αυτήν την εποχή, πάντως, ξενυχτάει για να έχει στην αγκαλιά του τη Βαλέρια, την πρώτη κόρη από τη σχέση του
με την Άννα.

«Τη γνώρισα χάρη στη μοίρα» λέει επίμονα για να εξηγήσει την ιστορία μιας φαινομενικά ασήμαντης βραδιάς. Το βράδυ του Αγίου Ιωάννη το 2007 δεν είχε καμία όρεξη να βγει. Είχε τελειώσει η σεζόν, αισθανόταν άσχημα και τον πονούσε όλο του το σώμα. Στο τέλος τον τράβηξε ένας φίλος. Πάλι η μοίρα. «Ήμουν τυχερός και πάλι… Η Άννα μού έδωσε ζωή. Το 2007 ήταν ένας δύσκολος χρόνος. Περνούσα μια άσχημη περίοδο και εκείνη με ανάστησε. Ως άνθρωπο της βάζω “10”. Εγώ λίγα μπορώ να της προσφέρω σε σχέση με ό,τι λαμβάνω».

Ο Ινιέστα ζει σε ένα σαλέ στο Σαν Τζουστ, ιστορικά εργατική ζώνη της Βαρκελώνης, και είναι γείτονας των αδελφών Μουνιόθ, Νταβίδ και Χοσέ Μανουέλ, δηλαδή των Estopa. Θα μπορούσε να ζει σε μια έπαυλη, στην παραλία ή στο Πεδράλβες, την πιο εκλεκτή γειτονιά της πόλης. Αλλά το 2000, όταν υπέγραψε το πρώτο του συμβόλαιο με την Μπαρτσελόνα, ο πατέρας του έκανε υπολογισμούς και τα χρήματα δεν έφταναν για να αγοράσουν αλλού σπίτι. Τώρα όμως που η οικογένεια μεγάλωσε, είναι έτοιμος να μετακομίσει. Αλλά δεν θα πάει πολύ μακριά.

«Ο καθένας αναζητεί την ευτυχία του, τον τρόπο ζωής του, να ζει με τον κόσμο που ο ίδιος επιλέγει. Εμένα αυτή είναι η ευτυχία μου. Νιώθω ευτυχισμένος όπως είμαι, τίποτε λιγότερο, τίποτε περισσότερο. Μου αρέσει να κάνω πράγματα με τον δικό μου τρόπο, χωρίς θόρυβο, και να τα απολαμβάνω στο έπακρο. Πολλές φορές, μου αρκεί μια γωνιά και να παρακολουθώ μια τηλεοπτική σειρά ή μια ταινία. Αγαπημένοι μου ηθοποιοί είναι οι Ντένζελ Ουάσινγκτον και Ράσελ Κρόου. Δεν είναι θέμα περιορισμού κατά της επίδειξης, πρόκειται για την ευτυχία μου και για τον τρόπο ζωής μου. Η εικόνα που βγαίνει προς τα έξω για μένα είναι αυτό που είμαι. Δεν μου αρέσει να γίνομαι αντιληπτός, αν και πολλές φορές πρέπει να γίνομαι. Θέλω να απολαύσω τα δικά μου πράγματα. Έχω υπερβολικά πολλά για να μην είμαι ευτυχισμένος. Το να νιώθεις ευτυχισμένος ως άνθρωπος είναι ανώτερο από οποιαδήποτε νίκη. Στο γήπεδο αντικατοπτρίζεται το πώς κυλάει η ζωή σου».

Ενημερώνεστε για ό,τι συμβαίνει έξω από τον κόσμο του ποδοσφαίρου; Έχετε κοινωνικές απόψεις;

«Έχω ορισμένους φίλους πολύ μορφωμένους. Μερικές φορές δεν καταφέρνω να κατανοήσω πολλά από όσα συμβαίνουν. Οι φυσικές καταστροφές, όπως οι πλημμύρες στην Αυστραλία ή ο σεισμός στην Ιαπωνία, μου προκαλούν θλίψη, με στενοχωρεί ότι εξακολουθούν να συμβαίνουν τόσο ατυχή γεγονότα. Υπάρχουν, όμως, και άλλα πράγματα. Αυτό που συνέβη στην Αίγυπτο, αυτό που συμβαίνει με τον Καντάφι… Όλα αυτά σε στενοχωρούν. Δεν μου αρέσουν οι αδικίες, να εκμεταλλεύονται τα παιδιά, να κακομεταχειρίζονται τις γυναίκες».

Λυπημένο, ναι, αλλά θυμωμένο λίγες φορές σάς έχουμε δει…

«Θυμώνω όταν με πατάνε στο γήπεδο με κακή πρόθεση. Δεν χρειάζεται να φωνάξεις για να δείξεις ότι είσαι θυμωμένος».

Ούτε τότε που δεν σας έδωσαν τη Χρυσή Μπάλα θυμώσατε;

«Ποτέ δεν θεώρησα τον εαυτό μου φαβορί για τη Χρυσή Μπάλα, ούτε για κάτι άλλο».

Είναι ο Μέσι ο καλύτερος;

«Είναι ο καλύτερος. Η ομάδα χρειάζεται τον Μέσι, αλλά και ο Μέσι χρειάζεται την ομάδα. Εμείς είχαμε την τύχη να μας προπονεί ο Πεπ Γκουαρδιόλα. Είναι ένας άνθρωπος που γνωρίζει όσο κανένας άλλος το περιβάλλον της ομάδας. Ήταν μέλος του φυτωρίου, “διαβάζει” το ποδόσφαιρο όσο κανείς και μας ξέρει όλους. Είναι το κλειδί ώστε να κερδίσει η ομάδα αυτά που έχει κερδίσει και να βρίσκεται σε θέση να τα κερδίσει ξανά. Ο κόουτς είναι το φως μας».

Η ζωή του είναι ακόμη στην αρχή της, αλλά οι αναμνήσεις του είναι δυνατές. Ο Αντρές φυλάει στο σπίτι τα παπούτσια που του αγόρασε μια μέρα ο πατέρας του με μισθούς τριών μηνών στην οικοδομή. Όταν βρίσκεται σπίτι και τα κοιτάζει, θυμάται την «πίστα» και εκείνα τα ταξίδια μετ’ επιστροφής στην Αλμπαθέτε, το τουρνουά του Μπρουνέτε, το πιο στενόχωρο γεύμα της ζωής του στην Τορτόσα.

«Όταν τα κοπάζω, θυμάμαι από πού προέρχομαι» λέει. Ένας τρόπος να απαντήσει με το βιογραφικό του σε όσους υποστηρίζουν ότι η ιστορία των περισσότερων αστέρων της Μπάρτσα συνηθίζει να είναι λαμπερή, υπερβολικά ωραία. Τελικά είναι μια κανονική ζωή. Και, με λίγη τύχη, την επόμενη φορά που θα περάσει από το σπίτι των γονιών του θα τον περιμένει ένα πιάτο κοτόπουλο με πατάτες, η αδελφή του θα είναι παρούσα και η Άννα, η γυναίκα που του άλλαξε τη ζωή, θα τον συνοδεύει με την κόρη τους. Τότε ο Αντρές Ινιέστα θα νιώσει καλά και θα διαπιστώσει ξανά ότι το όνειρό του έγινε πραγματικότητα. Και η μητέρα του, πάντα προστατευτική, θα είναι ευτυχισμένη. Μια φυσιολογική ιστορία.

H φανέλα με το οκτώ

Ο Αντρές  Ινιέστα εμφανίστηκε ντυμένος α λα Ράμπο κατά τη διάρκεια των πανηγυρισμών για το τρεμπλ που κατέκτησε η Μπαρτσελόνα την περίοδο 2008-09. Το κασκόλ δεμένο στο κεφάλι και η φανέλα ανάποδα, ώστε το νούμερο «8» να είναι ορατό. Να φαίνεται ο αριθμός της φανέλας «για τον οποίο είχα παλέψει τόσο, για τον οποίο είχα κλάψει». Τον ίδιο αριθμό χρησιμοποιεί ο ποδοσφαιριστής ως οδηγό αφήγησης στο βιβλίο του «Ένας χρόνος στον Παράδεισο». Οι καθοριστικές στιγμές στη ζωή του μπορούν επίσης να συνοψιστούν σε οκτώ.

1. Το στοίχημα της Μασία. «Η Μασία, το φυτώριο της Μπαρτσελόνα, είναι ένα μέρος όπου συγκατοικείς με πολύ κόσμο, αλλά κυρίως είσαι μόνος σου. Δεν έχεις την οικογένειά σου». Κάπως έτσι, μοναχικό και θλιμμένο, θυμάται ο Βίκτορ Βαλδές, στενός φίλος του Ινιέστα, το πέρασμά του από το «σπίτι» της Μπαρτσελόνα. Ο τερματοφύλακας ήταν ένας από τους συγκατοίκους με τους οποίους δέθηκε περισσότερο ο Ινιέστα. «Πολύ συχνά, όταν σηκωνόσουν από το κρεβάτι και κοιτούσες από το δωμάτιο σου το “Καμπ Νου”, σκεφτόσουν “δεν θα φτάσω ποτέ”» θυμάται ο ποδοσφαιριστής που μπήκε στη Μασία σε ηλικία 12 ετών. «Αν δεν βελτιώνεσαι κάθε ημέρα, αυτοί που έρχονται με δύναμη από πίσω σε βγάζουν εκτός. Έτσι γίνεσαι δυνατός».

2. Ο Πεπ Γκουαρδιόλα και το Nike Cup. Η πορεία του Ινιέστα είχε το 1999 την «ευλογία» του Πεπ Γκουαρδιόλα κατά τη διάρκεια των βραβεύσεων για το Nike Cup, ενός τουρνουά νέων. Έχοντας ενημερωθεί από τον αδελφό του Πέρε, ο Γκουαρδιόλα πήγε να δει τον τελικό για να γνωρίσει τον Ινιέστα. «Είδα έναν παίκτη που ξέρει να διαβάζει το παιχνίδι καλύτερα από εμένα, να το θυμηθείτε» είπε κατηγορηματικά ο Γκουαρδιόλα. Ο Ινιέστα θυμάται τη στιγμή που ο νυν προπονητής της Μπάρτσα τού έδινε αυτοπροσώπως το τρόπαιο λέγοντάς του: «Σύντομα θα είμαι στην εξέδρα για να σε βλέπω». Πλέον, ο Γκουαρδιόλα συνηθίζει να τον φέρνει ως παράδειγμα: «Δεν φοράει σκουλαρίκια, δεν έχει κάνει τατουάζ, αγαπάει το ποδόσφαιρο. Σε ένα παιδί θα έλεγα πάντα: “Παρακολούθησε προσεκτικά τον Αντρές”».

3. Η πρεμιέρα με τους επαγγελματίες. Ο Ινιέστα είχε αρκετούς προπονητές (Ουρσιθίνο, Πεδράθα, Ρόχο, Κόστας, Αλομάρ, Γκονθάλβο) και έναν νονό που στα 16 του τον φώναξε για να προπονηθεί με τους επαγγελματίες του «Καμπ Νου» μια ημέρα του Φεβρουαρίου του 2001. Ήταν ο άλλοτε προπονητής της ΑΕΚ Λορένθο Σέρα Φερέρ. «Ήθελα να τον επιβραβεύσω για την αξία του ως ανθρώπου» εξηγεί ο τότε προπονητής των Μπλαουγκράνα. «Ήταν απλός, ταπεινός, μοναχικός, υπεύθυνος». Ο Ινιέστα θυμάται πολύ καλά εκείνη την ημέρα. «Μόλις το έμαθα, πήρα τηλέφωνο την οικογένειά μου. Δεν ήξερα ούτε πώς να μπω στο γήπεδο, έπρεπε να ρωτήσω τον υπεύθυνο ασφαλείας». Η συνήθεια έμεινε. Από τότε, κάθε φορά που τελειώνει ένα ματς, ο Ινιέστα τηλεφωνεί στην οικογένειά του.

4. Ο τελικός του Παρισιού (2006). Αν και έκανε ντεμπούτο ως ποδοσφαιριστής της πρώτης ομάδας με τον Λουίς φαν Χάαλ κατά τη διάρκεια της σεζόν 2002-03, ο Ινιέστα δεν καθιερώθηκε στο επαγγελματικό ρόστερ ως την περίοδο 2004-05.Ο Φρανκ Ράικαρντ, ο οποίος περιέγραψε τον τρόπο παιχνιδιού του λέγοντας «ο ποδοσφαιριστής που μοιράζει καραμέλες» τον χρησιμοποίησε ως τον δωδέκατο παίκτη, ακόμη και στον τελικό του Τσάμπιονς Λιγκ που διεξήχθη στις 17 Μαΐου στο Παρίσι. Καθόλου τυχαία, οι αναπληρωματικοί έκριναν εκείνο το παιχνίδι.

5. Το γκολ του «Στάμφορντ Μπριτζ». «Σούταρα την μπάλα με την καρδιά μου και όλη την ψυχή μου» επισημαίνει ο Ινιέστα όταν μιλά για το σουτ του. Ήταν ένα γκολ που σήμαινε πρόκριση στον τελικό της Ρώμης και που στάθηκε από μό¬νο του ικανό να κάνει τον Γκουαρδιόλα να πανηγυρίσει έξαλλα, σαν παιδί.

6. Ο τελικός της Ρώμης. «Είπα στον πατέρα μου ότι ακόμη και αν είχα μια τρύπα στο πόδι, εγώ θα έπαιζα στον τελικό». Ο Ινιέστα τραυματίστηκε 15 ημέρες πριν από τον αγώνα της Ρώμης και ορκίστηκε ότι θα δώσει το «παρών» στον τελικό ακόμη και αν έπρεπε να το κάνει κουτσός. Η ομάδα τον περίμενε υπομονετικά. «Όλοι γνωρίζαμε το ρίσκο που υπήρχε μετη συμμετοχή μου», θυμάται, «αλλά αποφασίσαμε να τα παίξουμε όλα για όλα». Ο Ινιέστα αναδείχθηκε πρωταθλητής με όλες τις τιμές στη Ρώμη.

7. Το φορείο του φυσιοθεραπευτή. Από το 2008 ως το 2010, ο Ινιέστα έφτασε να μετρήσει μέχρι και οκτώ πολύ σοβαρούς μυϊκούς τραυματισμούς. Ο Βαλδές θυμάται ότι ποτέ δεν είχε δει άνθρωπο να κλαίει τόσο απεγνωσμένα όπως ο Αντρές την ημέρα που «έσπασε» σε προπόνηση κεκλεισμένων των θυρών με την Μπαρτσελόνα. Δεν υπήρχε τρόπος να δώσει πάνω από τέσσερα διαδοχικά παιχνίδια. Το Μουντιάλ, όμως, αποτέλεσε σημείο νέου ξεκινήματος. Αν και ο Ινιέστα τραυματίστηκε στο ξεκίνημα του, όταν επανεμφανίστηκε ήταν ένας νέος παίκτης, καθοριστικός, από το τελευταίο ματς της φάσης των ομίλων ως τον τελικό. Έπαιξε ρόλο και το μυαλό. Προτού ταξιδέψει για τη Νότια Αφρική, του είχαν δώσει ένα DVD με βίντεο από παγκόσμια είδωλα του αθλητισμού που πέρασαν από ακραίες καταστάσεις, όπως ο Μανουέλ Εστιάρτε, ο Φερνάντο Αλόνσο και ο Ράφα Ναδάλ. Προτού ξαπλώσει, ο Ινιέστα έβλεπε κάθε βράδυ το «επώδυνο» αλλά διδακτικό DVD.

8. Το γκολ του Μουντιάλ. Έχει παρακολουθήσει τη φάση αμέτρητες φορές από την τηλεόραση, αλλά πάντα στο τέλος προσθέτει: «Είναι διαφορετικό να το βλέπεις από το να το πετυχαίνεις. Όταν κοντρόλαρα την μπάλα, εκείνη τη στιγμή ήξερα ότι θα είναι γκολ. Το μόνο που έπρεπε να κάνω ήταν να περιμένω να κατέβει για να σουτάρω». Ήξερε επίσης ότι ο Μαρκ φαν Μπόμελ, πρώην συμπαίκτης του στην Μπαρτσελόνα, θα τον… έδερνε καθ’ όλη τη διάρκεια του τελικού, όπως συνέβη. Και ήξερε επίσης ότι η Ισπανία θα κατακτούσε το παγκόσμιο στέμμα, «γιατί έτσι το είχε προαναγγείλει η μοίρα». Ίσως και αυτή η πίστη στην επιτυχία τον οδήγησε να γράψει με μαρκαδόρο μια αφιέρωση στον Ντάνι Χάρκε στη λευκή φανέλα που φορούσε κάτω από την επίσημη. Ο Χάρκε, πρώην παίκτης της Εσπανιόλ που πέθανε από ανακοπή καρδιάς, τον πήγαινε ένα διάστημα με το αυτοκίνητο στο «Καμπ Νου». Ήταν χρόνια φίλοι. Η κίνηση του αυτή μάλλον συμβολίζει και συνοψίζει τον τρόπο ζωής του Ινιέστα.

Πρωτότυπο κείμενο: www.elpais.com Συνέντευξη στους Ramón Besa και Luís Martín/El País Semanal

Σχόλια